Σάββατο, 2 Ιουλίου 2016

Ο Απόστολος Παύλος στην Αθήνα (Αντιγραφή από την «Ενωμένη Ρωμιοσύνη»)


ΟΜΙΛΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΘΗΝΑΙΟΥΣ ΣΤΟΝ ΑΡΕΙΟ ΠΑΓΟ

1. Ὁ ἀπ. Παῦ­λος στὴν Ἀ­θή­να
Ἡ Ἀ­θή­να ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν Και­νὴ Δι­α­θή­κη μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴν ἐ­πί­σκε­ψη τοῦ ἀπ. Παύ­λου. Ὁ ἀπ. Παῦ­λος φεύ­γει ἀ­πὸ τὴν Βέ­ροι­α, με­τὰ τὰ ἐ­πει­σό­δια ποὺ προ­ξέ­νη­σαν οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι ἀ­πὸ τὴν Θεσ­σα­λο­νί­κη, μὲ τὴ συ­νο­δεί­α Βε­ροια­ίων γιὰ τὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­κο­λού­θη­σε τὴ θα­λάσ­σια ὁ­δὸ καὶ με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να τα­ξί­δι 45 ἡ­με­ρῶν φθά­νει στὴν Ἀ­θή­να. Δύ­ο ἦ­ταν τὰ λι­μά­νια στὰ ὁ­ποῖ­α ὁ ἀπ. Παῦ­λος θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­χε κα­τα­πλεύ­σει. Τὸ ἕ­να ἦ­ταν τὸ λι­μά­νι τοῦ Πει­ραι­ᾶ καὶ τὸ ἄλ­λο τοῦ Φα­λή­ρου. Κα­τὰ πᾶ­σα πι­θα­νό­τη­τα ὁ ἀπ. Παῦ­λος ἀ­πο­βι­βά­στη­κε στὸ λι­μά­νι τοῦ Φα­λή­ρου, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν τὸ πρῶ­το ποὺ συ­ναν­τοῦ­σε καὶ ἦ­ταν δύ­ο χι­λι­ό­με­τρα πιὸ κον­τὰ στὴν Ἀ­θή­να. Τὸ λι­μά­νι τοῦ Πει­ραι­ᾶ ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο στρα­τι­ω­τι­κὸ λι­μά­νι, ἐ­νῶ στὸ λι­μά­νι τοῦ Φα­λή­ρου ἀγ­κυ­ρο­βο­λοῦ­σαν κυ­ρί­ως τὰ ἐ­πι­βα­τι­κὰ καὶ ἐμ­πο­ρι­κὰ πλοῖ­α. Ἡ ἀ­πο­βά­θρα τοῦ λι­μα­νιοῦ βρι­σκό­ταν στὸ ση­μεῖ­ο ποὺ εἶ­ναι σή­με­ρα τὸ ἐκ­κλη­σά­κι τοῦ Ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου, στὴ λε­ω­φό­ρο Πο­σει­δῶ­νος στὸ Πα­λαι­ὸ Φά­λη­ρο, κον­τὰ στὸ τέρ­μα τῆς λε­ω­φό­ρου Συγ­γροῦ.

Ἡ Ἀ­θή­να τὴν ἐ­πο­χὴ ποὺ τὴν ἐ­πι­σκέ­πτε­ται ὁ ἀπ. Παῦ­λος, δὲν εἶ­χε τὴν αἴ­γλη τοῦ 5ου καί 4ου αἰ­ῶνα. Πα­ρὰ ταῦ­τα, ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ ἀ­σκεῖ γο­η­τεί­α σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο καὶ νὰ χαί­ρει τοῦ σε­βα­σμοῦ τους. Ἡ πό­λη τῆς φι­λο­σο­φί­ας, τῆς τέ­χνης, τῆς δη­μο­κρα­τί­ας καί ἡ πό­λη τῶν θε­ῶν, ἔ­κα­νε ἰ­δι­αί­τε­ρη ἐν­τύ­πω­ση καὶ στὸν ἀπ. Παῦ­λο. Ἦ­ταν ἡ πό­λη ὅ­που ἔ­βλε­πες πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­γάλ­μα­τα θε­ῶν πα­ρὰ ἀν­θρώ­πους. Σὲ ἕ­ναν Ἑ­βραῖ­ο μο­νο­θε­ϊ­στή, ὅ­πως ἦ­ταν ὁ ἀπ. Παῦ­λος, αὐ­τὸ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε ἀ­να­στά­τω­ση καὶ ὅ­πως δι­α­βά­ζου­με στὶς Πρά­ξεις «πα­ρω­ξύ­νε­το τὸ πνεῦ­μα αὐ­τοῦ ἐν αὐ­τῷ θε­ω­ροῦν­τος κα­τεί­δω­λον οὖ­σαν τὴν πό­λιν»[1]. (Πρά­ξεις 17, 16).

Ἕ­νας βω­μὸς θὰ τρα­βή­ξει ἰ­δι­αί­τε­ρα τὴν προ­σο­χὴ τοῦ ἀπ. Παύ­λου. Εἶ­ναι ὁ βω­μὸς «ν ἐ­πε­γέ­γρα­πτο ἀ­γνώ­στῳ θε­ῷ»[2] καὶ τὸν ὁ­ποῖ­ο θὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει ἀρ­γό­τε­ρα στὴν ὁ­μι­λί­α του στὸν Ἄ­ρει­ο Πά­γο, γιὰ νὰ τοὺς μι­λή­σει γιὰ τὸν ἀ­λη­θι­νὸ Θε­ό. Ἔ­χου­με πολ­λὲς μαρ­τυ­ρί­ες γιὰ τὴν ὕ­παρ­ξη βω­μοῦ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νου σὲ ἄ­γνω­στους θε­οὺς σὲ δι­ά­φο­ρες πό­λεις, ἐ­κτός τῆς Ἀ­θή­νας, ὅ­πως στὴν Ὀλυμ­πί­α (Παυ­σα­νί­α Πε­ρι­ή­γη­ση 5, 14, 8) καὶ στὴν Πέρ­γα­μο.

Ὁ Φι­λό­στρα­τος ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι ὁ Ἀ­πολ­λώ­νιος ὁ Τυα­νεὺς ἐ­παι­νεῖ τοὺς Ἀ­θη­ναί­ους γιὰ τὴν τι­μὴ ποὺ ἀ­πο­δί­δουν στοὺς ἀ­γνώ­στους θε­οὺς: «σω­φρο­νέ­στε­ρον γὰρ τὸ πε­ρὶ πάν­των θε­ῶν λέ­γειν καὶ ταῦ­τα Ἀ­θή­νη­σιν, οὗ καὶ ἀ­γνώ­στων δαι­μό­νων βω­μοὶ ἵδρυν­ται». (Φι­λό­στρα­τος, Βί­ος Ἀπολ­λω­νί­ου, 6, 3).
Ὁ Ἱ­ε­ρώ­νυ­μος ἀ­να­φέ­ρει μί­α πε­ρι­γρα­φὴ ποὺ ὑ­πῆρ­χε στὸ δρό­μο πρὸς τὸ Φά­λη­ρο, δρό­μο ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο πέ­ρα­σε ὁ ἀπ. Παῦ­λος. Ἡ ἐ­πι­γρα­φὴ ἦ­ταν ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη «Στούς θε­οὺς τῆς Ἀ­σί­ας καὶ τῆς Εὐ­ρώ­πης καὶ τῆς Ἀ­φρι­κῆς, στοὺς ἀ­γνώ­στους καὶ ξέ­νους Θε­οὺς» (diis Asiae et Europae et Africae, diis ignotis et peregrines, In Tit. 1, 12). Ἐ­πί­σης ὁ Παυ­σα­νί­ας εἶ­δε με­τὰ τὸ Φά­λη­ρο βω­μοὺς «θε­ῶν τε ὀ­νο­μα­ζο­μέ­νων ἀ­γνώ­στων καί ἡ­ρώ­ων καί παί­δων τῶν Θη­σέ­ως καί Φα­λή­ρου». (Παυ­σα­νί­α Πε­ρι­ή­γη­ση  1, 1, 4).

Ἔ­χει ὑ­πο­στη­ρι­χτεῖ ἡ ἄ­πο­ψη (Γ. Α. Γα­λί­της) ὅ­τι τέ­τοι­ος βω­μὸς πρέ­πει νὰ ὑ­πῆρ­χε στὸ μέ­σον τῆς δι­α­δρο­μῆς ἀ­πὸ τὸ Φά­λη­ρο στὴν Ἀ­θή­να, στὴ ση­με­ρι­νὴ Ἐκ­κλη­σί­α τῶν Ἁ­γί­ων Θε­ο­δώ­ρων, ὅ­που ὑ­πῆρ­χε πη­γά­δι στὸ ὁ­ποῖ­ο στα­μα­τοῦ­σαν οἱ ὁ­δοι­πό­ροι γιὰ νὰ ξε­κου­ρα­στοῦν. Στὸν τό­πο ἐ­κεῖ­νο ὑ­πῆρ­χαν «σε­βά­σμα­τα», ἱ­ε­ρὸ καὶ βω­μοί, ἡ δὲ σημερινή Εκκλησία εἶ­ναι πι­θα­νὸν κτι­σμέ­νη στὴ θέ­ση ἀρ­χαί­ου να­οῦ. 

Ὁ ἀπ. Παῦ­λος κα­τὰ τὴ συ­νή­θειά του ἐ­πι­σκέ­φτη­κε τὴ συ­να­γω­γή, ὅ­που «δι­ε­λέ­γε­το» μὲ τοὺς Ἰ­ου­δαί­ους, ἀλ­λὰ καὶ μὲ τοὺς προ­σή­λυ­τους στὴν Ἰ­ου­δα­ϊ­κὴ πί­στη. Ἐ­πί­σης ὁ ἀπ. Παῦ­λος «δι­ε­λέ­γε­το», (δηλ. συ­ζη­τοῦ­σε), καὶ στὴν ἀγο­ρά ἡ ὁ­ποί­α βρι­σκό­ταν βό­ρεια τῆς Ἀ­κρό­πο­λης καὶ ἦ­ταν τὸ κέν­τρο τῆς ἀ­θη­να­ϊ­κῆς ζω­ῆς. Ἡ ἀ­γο­ρὰ ἦ­ταν τὸ μέ­ρος ὅ­που συ­ναν­τι­όν­του­σαν οἱ Ἀ­θη­ναῖ­οι κα­τὰ τὴν προ­σφι­λή τους συ­νή­θεια νὰ συ­ζη­τή­σουν πά­σης φύ­σε­ως θέ­μα­τα. Οἱ ἐπι­κού­ρει­οι καὶ οἱ στω­ϊ­κοί, τό φι­λο­σο­φι­κὸ κα­τε­στη­μέ­νο τῆς ἐ­πο­χῆς, ἔ­δει­ξαν ἰ­δι­αί­τε­ρη πε­ρι­έρ­γεια «καί τι­νές ἒ­λε­γον· τί ἂν θέ­λει ὁ σπερ­μο­λό­γος οὗ­τος λέ­γειν, οἱ δέ· ξέ­νων δαι­μο­νί­ων δο­κεῖ κα­ταγ­γε­λεύς εἶ­ναι, ὃ­τι τόν Ἰ­η­σοῦν καί τήν ἀ­νά­στα­σιν εὐ­ηγ­γε­λί­ζε­το»[3]. (Πρά­ξεις 17, 18). Τὸ θέ­μα χρει­α­ζό­ταν πε­ραι­τέ­ρω δι­ε­ρεύ­νη­ση, γι᾿ αὐ­τὸ καὶ κά­λε­σαν τὸν ἀπ. Παῦ­λο μπρο­στὰ στὸ συμ­βού­λιο τοῦ Ἀ­ρεί­ου Πά­γου γιὰ νὰ τοὺς ἐκ­θέ­σει λε­πτο­με­ρῶς ὅ­σα ἐδίδα­σκε.

2. Στω­ϊ­κοὶ καὶ Ἐ­πι­κού­ρει­οι

α. Στω­ϊ­κή Φι­λο­σο­φί­α

Ἱ­δρυ­τὴς τῆς Σχο­λῆς αὐ­τῆς ἦ­ταν ὁ Ζή­νων ὁ Κι­τι­εύς, πού ἔ­ζη­σε γύ­ρω στὸ 300 π.Χ. Οἱ Στω­ϊ­κοὶ ἀ­σχο­λή­θη­καν κυ­ρί­ως μὲ ζη­τή­μα­τα ἠ­θι­κὰ καὶ μὲ τὸ πρό­βλη­μα τῆς εὐ­τυ­χί­ας. Ὑ­πο­στή­ρι­ζαν ὅ­τι ἡ εὐ­τυ­χί­α ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται μὲ «τό κα­τά φύ­σιν ζῆν».

Οἱ Στω­ϊ­κοὶ ἦσαν «παν­θε­ϊ­στές», δηλ. ταύ­τι­ζαν τὴν φύ­ση μὲ τὸν Θε­ὸ, (συ­νέ­χε­αν τὰ κτι­στὰ ὄν­τα μὲ τὸν «ἄ­κτι­στο» Θε­ό), καί θε­ω­ροῦ­σαν τὸ Σύμ­παν ἔμ­ψυ­χο. Κα­τὰ τὴν δι­δα­σκα­λί­α τους ὅ­λον τὸν κό­σμο συ­νέ­χει καὶ ζω­ο­γο­νεῖ τὸ «ἀρ­χέ­γο­νο πῦρ», πού εἶ­ναι ὁ λό­γος τοῦ Παν­τὸς.  Ἑ­πο­μέ­νως στὴ φύ­ση καὶ στὰ φυ­σι­κὰ φαι­νό­με­να ὑ­πάρ­χει ὁ λό­γος, δηλ. ἡ νο­μο­τέ­λεια. Ὁ ἀν­θρώ­πι­νος νοῦς μπο­ρεῖ νὰ κα­τα­νο­ή­σει τὸν κό­σμο μὲ τὴν λο­γι­κή του, ἀ­φοῦ ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι «ζῶ­ον λό­γον ἒ­χων». Ὁ ἀν­θρώ­πι­νος λό­γος εἶ­ναι μοί­ρα, (δηλ. τμῆ­μα), τοῦ θεί­ου Λό­γου. Μὲ τὴν ἄ­σκη­ση τῆς ἀ­ρε­τῆς, ὁ ἄν­θρω­πος κα­θαί­ρε­ται ἀ­πὸ τὰ πά­θη, καὶ ἀ­παλ­λάσ­σε­ται ἀ­πὸ τὰ δε­σμὰ τοῦ σώ­μα­τος, ὅ­πως δί­δα­σκε ὁ Στω­ϊ­κὸς Πο­σει­δώ­νιος. Ἔ­τσι ἡ ψυ­χὴ κα­τορ­θώ­νει νὰ ἐ­πα­νέλ­θει στὴν αἰ­ώ­νια πα­τρί­δα της.

Σή­με­ρα δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἐ­κτι­μή­σει τὴν ἐ­πί­δρα­ση τῆς Στω­ϊ­κῆς δι­δα­σκα­λί­ας, πά­νω σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο. Ἡ Στο­ὰ δὲν ἦ­ταν κά­τι τὸ ἑ­νια­ῖο. Ὑ­πῆρ­ξε ἡ πα­λαι­ό­τε­ρη, ἡ μέ­ση καί ἡ νε­ώ­τε­ρη Στο­ά, ἡ Ἑλ­λη­νι­κή καί ἡ Ρω­μα­ϊ­κή. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸν Παν­θε­ϊ­σμό, ἡ Στο­ὰ κα­τη­γο­ρεῖ­ται καὶ γιὰ μοι­ρο­λα­ρεί­α, πού ἔ­φθα­νε ὡς τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α. Δὲν πρέ­πει ὅ­μως νὰ εἴ­μα­στε ἄ­δι­κοι, κρί­νον­τας μὲ τὰ ση­με­ρι­νὰ δε­δο­μέ­να. Ὁ­πωσ­δή­πο­τε, ἡ Ἠ­θι­κή της ἦ­ταν ἀ­νώ­τε­ρη ἀ­πὸ τὴν φι­λο­σο­φί­α της. Οἱ Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοὶ Πα­τέ­ρες βρῆ­καν πολ­λὲς ὁ­μοι­ό­τη­τες μὲ τὸν Χρι­στι­α­νι­σμὸ, (βλ. Ἱ­ε­ρώ­νυ­μος, In Is.c.11). Πολ­λὲς ἰ­δέ­ες ποὺ ἀρ­γό­τε­ρα θε­ω­ρή­θη­καν ὡς Πλα­τω­νι­κὴ κλη­ρο­νο­μιά, ἦ­σαν δα­νει­σμέ­νες ἀ­πὸ τοὺς Στω­ϊ­κοὺς καὶ ὕ­στε­ρα τὶς πα­ρέ­λα­βαν οἱ Νε­ο­πλα­τω­νι­κοί. Ὡς ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ φθά­σει ἡ θρη­σκευ­τι­κὴ ἔ­ξαρ­ση τῆς Στο­ᾶς τὸ βλέ­που­με στὸν πε­ρί­φη­μο Ὕμνο ποὺ ἔ­γρα­ψε ὁ Κλε­άν­θης([4]) πρὸς τὸν Δί­α. Ὁ Κλε­άν­θης, ποὺ ἔ­ζη­σε γύ­ρω στὰ 300 π.Χ., ὑ­πῆρ­ξε ἀρ­χι­κὰ ἀ­θλη­τής, κα­τό­πιν πω­λη­τὴς καρ­που­ζι­ῶν καὶ τέ­λος ἱ­ε­ρεὺς σὲ μί­α Στω­ϊ­κὴ αἵ­ρε­ση. Τὸ ἐν λό­γῳ ποί­η­μά του, τη­ρου­μέ­νων τῶν ἀ­να­λο­γι­ῶν, θυ­μί­ζει Ψαλ­μοὺς τοῦ Δαυ­ΐδ ἢ Χρι­στι­α­νι­κὴ ὑ­μνο­λο­γί­α.

Τὴν με­τα­γε­νέ­στε­ρη Στω­ϊ­κὴ φι­λο­σο­φί­α, στὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ Παύ­λου, μπο­ροῦ­με νὰ συ­νο­ψί­σου­με, (σύμ­φω­να μὲ τὸν Κα­τα­λα­νὸ κα­θη­γη­τὴ Eusebi Ayensa Prat), πε­ρί­που ὡς ἑ­ξῆς:

Ὁ Στω­ϊ­κὸς μι­λά­ει γιὰ τὸν Θε­ὸ, μ᾿ αὐ­τὸ ὅ­μως ἐν­νο­εῖ τὸ «παγ­κό­σμιο πνεῦ­μα» πού κυ­βερ­νᾶ τὰ πάν­τα, τὸν παγ­κό­σμιο νό­μο, ἢ μιὰ μυ­στη­ρι­ώ­δη κρυ­φὴ δύ­να­μη, ποὺ δί­νει σὲ κά­θε ὕ­παρ­ξη τὴν μορ­φή, τὴν ἑ­νό­τη­τα καὶ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ δρά­σει.

Ὁ Στω­ϊ­κὸς μι­λά­ει γιὰ τὴν Ψυ­χὴ, ἀλ­λὰ μ᾿ αὐ­τὸ ὅ­μως ἐν­νο­εῖ μιὰ πνευ­μα­τι­κὴ ἀ­πρὸ-σω­πη ρευ­στὴ ὕ­λη, ποὺ δι­α­λύ­ε­ται μα­ζὶ μὲ τὸ σῶ­μα καὶ χά­νε­ται μέ­σα στὸ Σύμ­παν καὶ ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ μέ­ρος του. Στὴν ψυ­χὴ ἀ­να­γνώ­ρι­ζαν κά­ποι­α βρα­χύ­τε­ρη ἢ μα­κρό­τε­ρη ἐ­πι­βί­ω­ση, ὄ­χι ὅ­μως ἀ­θα­να­σί­α.

Ὁ Στω­ϊ­κὸς μι­λά­ει γιὰ τὴν θεί­α Πρό­νοι­α, ἀλ­λὰ μ᾿ αὐ­τὸ ὅ­μως ἐν­νο­εῖ τὴν μοί­ρα, τήν ἀ­λύ­γι­στη εἱ­μαρ­μέ­νη.

Ὁ Στω­ϊ­κὸς μι­λά­ει γιὰ προ­σευ­χὴ, ἀλ­λὰ μ᾿ αὐ­τὸ τί ζη­τᾶ ἀ­πὸ τοὺς Θε­ούς; Ἐ­πέμ­βα­ση στοὺς φυ­σι­κοὺς νό­μους; Ἀλ­λὰ αὐ­τό, σύμ­φω­να μὲ τὴν δι­δα­σκα­λί­α τῆς Στο­ᾶς εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το, χω­ρι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸν Θε­ό. Ἀ­ρε­τὴ καὶ ψυ­χι­κὴ εὐ­τυ­χί­α; Αὐ­τὸ ὅ­μως ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο»: «Ἄκου­ε τὴν φω­νὴ τῆς συ­νει­δήσε­ώς σου», ἔλε­γαν, «Ἴ­σως πί­σω ἀ­πὸ αὐ­τὴν ὑ­πάρ­χει μί­α ἀ­νώ­τε­ρη ὕ­παρ­ξις. Κα­νεὶς δὲν τὸ ξέ­ρει».

Ὁ Στω­ϊ­κός ἦ­ταν ὁ πρῶ­τος ποὺ ἔ­θε­σε στὴν ἠ­θι­κὴ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὴν ἔν­νοι­α «συ­νεί­δη­σις». Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τὸ ἀ­πό­φθεγ­μα τοῦ Με­νάν­δρου: «Γιὰ κά­θε θνη­τόν, ὁ Θε­ὸς του εἶ­ναι ἡ συ­νεί­δη­σίς του».

β. Φι­λο­σο­φί­α τῶν Ἐ­πι­κου­ρεί­ων

Ἱ­δρυ­τὴς τῆς Σχο­λῆς αὐ­τῆς ὑ­πῆρ­ξε ὁ Ἐ­πί­κου­ρος (341-270 π.Χ.), ὁ ὁ­ποῖ­ος δί­δα­σκε ὅ­τι ὁ σκο­πὸς τῆς ζω­ῆς εἶ­ναι ἡ ἡ­δο­νὴ. Βε­βαί­ως πί­στευ­ε ὅ­τι οἱ ὑ­λι­κὲς ἡ­δο­νὲς δί­δουν εὐ­χα­ρί­στη­ση, ἀλ­λὰ εἶ­ναι συν­δε­δε­μέ­νες καὶ μὲ πό­νο. Ἐν τού­τοις «μεί­ζο­νες» εἶ­ναι οἱ ἡ­δο­νὲς τῆς ψυ­χῆς, (βλ. Διογ. Λα­έρτ. Χ, 6 132).

Κα­τὰ τὸν Ἐ­πί­κου­ρο «ἡ ψυ­χὴ εἶ­ναι λε­πτὸς ἀ­έ­ρας» πού δι­α­λύ­ε­ται με­τὰ τὸν θά­να­το. Γι­᾿ ­αὐ­τὸ πρέ­πει νὰ φο­βό­μα­στε τὸν θά­να­το, ἀ­φοῦ μᾶς εἰ­σά­γει στὴν ἀ­νυ­παρ­ξί­α. Ἡ φι­λο­σο­φί­α τοῦ Ἐ­πι­κού­ρου, ἐμ­πνέ­ε­ται ἀ­πὸ τὴν θε­ω­ρί­α τοῦ Δη­μο­κρί­του πε­ρὶ ἀ­τό­μων, ἀλ­λὰ εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο ὑλι­στι­κή.

Ὁ Ἐ­πί­κου­ρος ἐ­πη­ρέ­α­σε τὸν Λα­τί­νο Λου­κρή­τιο καὶ ἔ­πει­τα τοὺς ὑ­λι­στὲς τῆς νε­ω­τέ­ρας καὶ τῆς συγ­χρό­νου ἐ­πο­χῆς. Ἡ φι­λο­σο­φί­α του ὅ­μως δὲν ἔ­χει πνευ­μα­τι­κὸ βά­θος. Οἱ μα­θη­τὲς τοῦ Ἐ­πι­κού­ρου κα­κο­με­τα­χει­ρί­στη­καν τὸ ὄ­νο­μά του, βά­ζον­τάς το σύμ­βο­λο­ γιά κά­θε κα­τώ­τε­ρη ἀ­πό­λαυ­ση.

Οἱ Ἐ­πι­κού­ρει­οι δὲν πί­στευ­αν τοὺς Θε­ούς, ποὺ πί­στευ­ε ὁ πο­λὺς κό­σμος, χω­ρὶς ὅ­μως νὰ ἀρ­νοῦν­ται ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν πραγ­μα­τι­κοὶ Θε­οί. Ἀμ­φέ­βα­λαν ὅ­μως, ἂν οἱ Θε­οὶ μπο­ροῦ­σαν ἢ ἤ­θε­λαν νὰ βο­η­θή­σουν τοὺς ἀν­θρώ­πους, ἢ γε­νι­κώ­τε­ρα ἂν προ­νο­οῦ­σαν γι᾿ αὐ­τούς. Αὐ­τὸ, (δηλ. ἡ πε­ρὶ τῶν ἀν­θρώ­πων πρό­νοι­α), νό­μι­ζαν ὅ­τι ἐ­νο­χλοῦ­σε τοὺς Θε­οὺς στὴν αἰ­ώ­νια μα­κα­ρι­ό­τη­τά τους.

Σύμ­φω­να μὲ τὴν δι­δα­σκα­λί­α τῶν Ἐ­πι­κου­ρεί­ων, ὁ κό­σμος ἦ­ταν ἔρ­γο τῆς τύ­χης καὶ ὁ σκο­πὸς τῆς ζω­ῆς τοῦ ἀν­θρώ­που ἦ­ταν ἡ ευ­τυ­χί­α καὶ ἡ ἄ­με­τρη ἡ­δο­νὴ. Ἡ θε­ω­ρία­ τους βέ­βαι­α ἔ­λε­γε «προ­σπά­θει γιά; τὴν εὐ­τυ­χί­α τῶν συ­ναν­θρώ­πων σου». Στὴν πρα­κτι­κὴ ὅ­μως ζω­ή, ἡ ἀρ­χὴ τους ἦ­ταν, «ζή­τα μό­νο τὴν δι­κή σου εὐ­τυ­χί­α. Ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι λί­γη καὶ ὁ και­ρὸς ποὺ θὰ μεί­νεις πε­θα­μέ­νος εἶ­ναι πο­λὺς»[5]. Δυ­στυ­χῶς οἱ καρ­δι­ὲς τῶν πε­ρισ­σο­τέ­ρων ἀν­θρώ­πων, πλὴν ἐ­λα­χί­στων ἐ­ξαι­ρέ­σε­ων, ἦ­σαν κλει­στὲς γιὰ ὁ­τι­δή­πο­τε με­τα­φυ­σι­κό.

3. Ὁ Ἄ­ρει­ος Πά­γος

Ὁ Ἄρει­ος Πά­γος τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ ἀπ. Παύ­λου ἦ­ταν κυ­ρί­ως ἁρ­μό­διο ὄρ­γα­νο γιὰ νὰ δι­κά­ζει καὶ νὰ ἀ­πο­φαί­νε­ται γιὰ ὑ­πο­θέ­σεις ποὺ εἶ­χαν σχέ­ση με τὴ θρη­σκεί­α, τὴν ἠ­θι­κή, τὴν ἐκ­παί­δευ­ση καὶ τὰ ἐγ­κλή­μα­τα αἵ­μα­τος. Γιὰ τὰ θέ­μα­τα τῶν ἀν­θρω­πο­κτο­νι­ῶν συ­νε­δρί­α­ζε στὸ λό­φο τοῦ Ἀ­ρεί­ου Πά­γου δυ­τι­κά τῆς Ἀ­κρό­πο­λης, γιὰ τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα θέ­μα­τα ὅ­μως συ­νε­δρί­α­ζε στὴν Βα­σί­λει­ο Στο­ά, στὴν ἀ­γο­ρά. Στὴ Βα­σί­λει­ο Στο­ὰ κα­τὰ πᾶσα πι­θα­νό­τη­τα καὶ ὄ­χι στὸ κα­τὰ τὴν πα­ρά­δο­ση, λό­φο τοῦ Ἀ­ρεί­ου Πά­γου, ὅ­που καὶ ὑ­πάρ­χει ἐ­πι­γρα­φὴ μὲ τὸ λό­γο του, πῆ­γε καὶ ὁ ἀπ. Παῦ­λος καὶ ἔ­δω­σε τὴν πο­λὺ ὄ­μορ­φη ὁ­μι­λί­α ποὺ βρί­σκου­με στὸ 17ο κε­φά­λαι­ο τῶν Πρά­ξε­ων τῶν Ἀ­πο­στό­λων. Δὲν πρέ­πει νὰ θε­ω­ρή­σου­με τὴν ἔκ­κλη­ση τοῦ ἀπ. Παύ­λου στὸν Ἄ­ρει­ο Πά­γο ὡς μί­α δί­κη, ἀλ­λὰ μᾶλ­λον ὡς μί­α δι­ε­ρεύ­νη­ση τῶν δο­ξα­σι­ῶν τοῦ ἀπ. Παύ­λου ἀ­πὸ ἁρ­μό­διο, γιὰ τὰ θέ­μα­τα αὐ­τά, ὄρ­γα­νο. Ἡ ἔκ­κλη­ση τοῦ ἀπ. Παύ­λου στὸν Ἄ­ρει­ο Πά­γο δὲν ἔ­γι­νε γιὰ νὰ δι­κα­στεῖ, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ ἐκ­θέ­σει τὰ ὅ­σα ἔ­λε­γε μπρο­στὰ σὲ εἰ­δι­κούς. Ἄλ­λη ἄ­πο­ψη ὑ­πο­στη­ρί­ζει ὅ­τι ὁ ἀπ. Παῦ­λος ἔ­δω­σε τὴν ὁ­μι­λί­α του στὸ λό­φο τοῦ Ἀ­ρεί­ου Πά­γου. Δὲν εἶ­χε κά­ποι­α σχέ­ση ἡ ἐ­πι­λο­γὴ τοῦ τό­που, μὲ κά­ποι­α δι­α­δι­κα­σί­α δί­κης του, ἀλ­λὰ ἁ­πλῶς ἦ­ταν ἕ­να ἥ­συ­χο μέ­ρος μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴν ὀ­χλα­γω­γί­α τῆς ἀ­γο­ρᾶς, γιὰ νὰ ἀ­κού­σουν ὅ­σα ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε νὰ πεῖ.   

Ὅ­ταν ὅ­μως ἄ­κου­σαν τὸν ἀπ. Παῦ­λο νὰ μι­λά­ει γιὰ ἀ­νά­στα­ση τῶν νε­κρῶν, ἄλ­λοι μὲν κο­ρό­ϊδευ­αν, ἄλ­λοι δὲ ἔ­λε­γαν: «θὰ μᾶς τὰ πεῖς μί­αν ἄλ­λη φο­ρά». Ἔτσι ὁ ἀπ. Παῦ­λος ἔ­φυ­γε, χω­ρὶς φαι­νο­με­νι­κὰ νὰ ἔ­χει προ­κύ­ψει κά­ποι­ο θε­τι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Ὑ­πῆρ­χαν ὅ­μως κά­ποι­α πρό­σω­πα, ποὺ πί­στε­ψαν στὸ Θεῖ­ο λό­γο καὶ σὲ αὐ­τὰ ποὺ ἔ­λε­γε ὁ ἀπ. Παῦ­λος, ὅ­πως ὁ Δι­ο­νύ­σιος ὁ Ἀ­ρε­ο­πα­γί­της καὶ μί­α γυ­ναί­κα ποὺ λε­γό­ταν Δά­μα­ρις[6].

Θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ ποῦ­με ὅ­τι ὁ ἀπ. Παῦ­λος ἔ­φυ­γε ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος ἀ­πὸ τὴ με­γά­λη Ἀ­θή­να, τὴν πό­λη τοῦ πνεύ­μα­τος, στὴν ὁ­ποί­α εἶ­χε πά­ει μὲ τὴν ἐλ­πί­δα νὰ πεί­σει γιὰ τὴν ἀ­λή­θεια τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου τοὺς σο­φούς τοῦ τό­τε κό­σμου. Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα στοὺς Κο­ρίν­θιους θὰ πεῖ: «Ποῦ σο­φός; Ποῦ γραμ­μα­τεύς; Ποῦ συ­ζη­τη­τὴς τοῦ αἰ­ῶ­νος τού­του; Οὐ­χὶ ἐ­μώ­ρα­νεν ὁ θε­ὸς τὴν σο­φί­αν τοῦ κό­σμου; Ἐ­πει­δὴ γὰρ ἐν τῇ σο­φί­ᾳ τοῦ θε­οῦ οὐκ ἔ­γνω ὁ κό­σμος διὰ τῆς σο­φί­ας τὸν Θε­ό, εὐ­δώ­κη­σεν ὁ θε­ὸς διὰ τῆς μω­ρί­ας τοῦ κη­ρύγ­μα­τος σῶ­σαι τοὺς πι­στεύ­ον­τας»[7]. (Α′ Κορ. α′: 20-21).

4. Ὁ λό­γος τοῦ ἀπ. Παύ­λου στὸν Ἄ­ρει­ο Πά­γο

Ὁ λό­γος τοῦ ἀπ. Παύ­λου στὸν Ἄ­ρει­ο Πά­γο εἶ­ναι προ­σαρ­μο­σμέ­νος στὸ ἀ­κρο­α­τή­ριο, στὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πευ­θύ­νε­ται. Δὲν προ­σπα­θεῖ νὰ ἀ­πο­δεί­ξει τὴν ὕ­παρ­ξη ἑ­νὸς μό­νο Θε­οῦ. Αὐ­τὸ τὸ θε­ω­ρεῖ δε­δο­μέ­νο, δι­ό­τι ἡ πο­λυ­θε­ΐ­α εἶ­χε ἤ­δη κα­ταρ­ρι­φθεῖ ἀ­πὸ τὴν Φι­λο­σο­φί­α. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ γι᾿ αὐ­τὴν τὴν ἄ­νε­ση τοῦ ἀπ. Παύ­λου νὰ δι­α­φο­ρο­ποι­εῖ τὰ σχή­μα­τα καὶ τὶς μορ­φές, μέ­σα ἀ­πὸ τὶς ὁ­ποῖ­ες δί­νει τὸ μή­νυ­μα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου εἶ­ναι, ὅ­τι δὲν ἔ­χει κα­μμί­α πα­ρα­πομ­πὴ ἀ­πὸ τὴν Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν καὶ ἄ­γνω­στη, ἀλ­λὰ καὶ μὴ ἀ­πο­δε­κτή, ἀ­πὸ τὸ ἀ­κρο­α­τή­ριο τῆς Ἀ­θή­νας.

Παίρ­νον­τας ἀ­φορ­μὴ ἀ­πὸ τὸ βω­μὸ στὸν «Ἂ­γνω­στο Θε­ό» καὶ πα­ρα­πομ­πὲς ἀ­πὸ Ἕλ­λη­νες ποι­η­τές, προ­σπά­θη­σε νὰ με­τα­δώ­σει τὸ μή­νυ­μα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου. Ἄλ­λος κό­σμος, ἄλ­λη κουλ­τού­ρα, ἀ­πὸ τὴν κουλ­τού­ρα μέ­σα στὴν ὁ­ποί­α ἀ­να­πτύ­χθη­κε ἡ Ἑ­βρα­ϊ­κὴ θρη­σκεί­α. Αὐ­τὸ ὅ­μως δὲν ἐμ­πο­δί­ζει κα­θό­λου τὸν ἀπ. Παῦ­λο στὴ με­τά­δο­ση τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­κοῦ μη­νύ­μα­τος. Δὲν μπο­ροῦ­με νὰ μὴ θαυ­μά­σου­με τὴν ἄ­νε­ση τοῦ ἀπ. Παύ­λου νὰ κι­νεῖ­ται μὲ εὐ­κο­λί­α σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς κουλ­τοῦ­ρες. Μί­α ἄ­νε­ση ποὺ εἶ­ναι ἀ­ναγ­καί­α σὲ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο ποὺ θέ­λει νὰ φέ­ρει τὸ μή­νυ­μα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου τοῦ Χρι­στοῦ, σὲ ὅ­λο τὸν τό­τε γνω­στὸ κό­σμο.
Ὁ ἀπ. Παῦ­λος στὴν ὁ­μι­λί­α του χρη­σι­μο­ποι­εῖ φρά­σεις ἀ­πὸ δύ­ο Ἕλ­λη­νες ποι­η­τὲς:

Ὁ πρῶ­τος ποι­η­τὴς εἶναι ὁ Ἐ­πι­με­νί­δης (6ος αἰ­ώ­νας π.Χ.). Ἡ φρά­ση ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὁ Παῦ­λος εἶ­ναι: «ἐν αὐ­τῷ γὰρ ζῶ­μεν καὶ κι­νού­με­θα καὶ ἐ­σμὲν»[8]. (Πράξ. ιζ´ 28), ἡ ὁ­ποί­α δι­α­σώ­ζε­ται σέ Συ­ρια­κή με­τά­φρα­ση Horae Semiticae x, ed. M. D. Gibson [Cambridge: Cambridge University, 1913], p. 40 (Syriac)).
Ὁ δεύ­τε­ρος ποι­η­τής εἶ­ναι ὁ Ἄ­ρα­τος (314-240 π.Χ.) καὶ ἡ φρά­ση «τοῦ γάρ καί γέ­νος ἐ­σμέν»[9]. (Φαι­νό­με­να 5, δὲς ἐ­πί­σης Κλε­άν­θης Ὕ­μνος στὸν Δί­α 4). Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὶς ἄ­με­σες ἀ­να­φο­ρὲς ὁ ἀπ. Παῦ­λος κά­νει καὶ ἔμ­με­σες, ἀλ­λὰ σα­φεῖς ἀ­να­φο­ρὲς σὲ φι­λο­σό­φους ­καί ποι­η­τὲς ὅ­πως στὴ φρά­ση «τοὺς μὲν οὖν χρό­νους τῆς ἁγνοί­ας ὑ­πε­ρι­δὼν ὁ Θε­ός, τὰ νῦν πα­ραγ­γέλ­λει τοῖς ἀν­θρώ­ποις πάν­τας παν­τα­χοῦ με­τα­νο­εῖν»[10].  (Πράξ. ιζ′: 30).

5. Πε­ρι­ε­χό­με­νο τῆς ὁ­μι­λί­ας τοῦ ἀπ. Παύ­λου στὸν Ἄ­ρει­ο Πά­γο

Τὰ κύ­ρια θέ­μα­τα στὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­να­φέ­ρε­ται ὁ ἀπ. Παῦ­λος στὴν ὁ­μι­λί­α του στὸν Ἄ­ρει­ο Πά­γο εἶ­ναι τὰ ἀ­κό­λου­θα:
  • α. Ὁ Θε­ός, ἐ­δη­μι­ούρ­γη­σε τὸν κό­σμο καὶ ὅ­λα ὅ­σα ὑ­πάρ­χουν μέ­σα σ᾿ αὐ­τόν. 
  • β. Ὁ Θε­ός, ὡς Κύ­ριος οὐ­ρα­νοῦ καὶ γῆς, δὲν κα­τοι­κεῖ σὲ να­οὺς ποὺ ἔ­χουν φτιά­ξει    ἀν­θρώ­πι­να χέ­ρια, ὅ­πως εἶ­ναι οἱ Να­οὶ ποὺ ἔ­χουν φτιά­ξει οἱ καλ­λι­τέ­χνες σας. 
  • γ. Ὁ Θε­ὸς δὲν ὑ­πη­ρε­τεῖ­ται ἀ­πὸ ἀν­θρώ­πι­να χέ­ρια, ὡς νὰ εἶ­χε ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ κά­τι, ἀ­φοῦ αὐ­τὸς δί­νει ζω­ὴ καὶ πνο­ὴ σὲ ὅ­λα. 
  • δ. Ὁ Θε­ὸς ἐ­δη­μι­ούρ­γη­σε ὅ­λα τὰ ἔ­θνη ἀ­πὸ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο, (ἐν­νο­εῖ τὸν Ἀ­δάμ), γιὰ νὰ κα­τοι­κοῦν πά­νω σὲ ὅ­λη τὴν γῆ καὶ ὅ­ρι­σε πό­σο και­ρὸ θὰ ὑ­πάρ­χουν καὶ σὲ ποι­ὰ σύ­νο­ρα θὰ κα­τοι­κοῦν. 
  • ε. Ὁ Θε­ὸς θέ­λη­σε νὰ ἀ­να­ζη­τοῦν τὸν Κύ­ριο ὅ­λα τὰ Ἔ­θνη, (μέ­ τήν ἔμ­φυ­τη τά­ση, στὰ χα­ρί­σμα­τα τοῦ «κα­τ᾿ εἰ­κό­να» νὰ ἀ­να­ζη­τοῦν μέ­σα στὴν ψυ­χὴ τους τὸ θεῖ­ο) καὶ νὰ προ­σπα­θοῦν νὰ τὸν βροῦν ψη­λα­φών­τας στὸ σκο­τά­δι, ἂν καὶ δὲν εἶ­ναι μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸν κα­θέ­να μας. Για­τί, ὅ­πως λέ­νε κά­ποι­οι Ἕλ­λη­νες ποι­η­τὲς «μέ­σα σ᾿ Αὐ­τὸν ζοῦ­με καὶ κι­νού­μα­στε καὶ ὑ­πάρ­χου­με», ὅ­πως ἐ­πί­σης καὶ «εἴ­μα­στε δι­κή του γε­νιὰ». 
  • στ. Ἀ­φοῦ λοι­πὸν εἴ­μα­στε δι­κή Του γε­νιά, δὲν θὰ πρέ­πει νὰ νο­μί­ζου­με ὅ­τι ἡ θε­ό­τη­τα εἶ­ναι κά­τι ὅ­μοι­ο μὲ χρυ­σὸ ἢ ἄρ­γυ­ρο ἢ πέ­τρα, δηλ. μὲ ἔρ­γο τῆς τέ­χνης ἢ τῆς φαν­τα­σί­ας τοῦ ἀν­θρώ­που. 
  • ζ. Ὁ Θε­ὸς πα­ρέ­βλε­ψε τὰ χρό­νια τῆς ἄ­γνοι­ας, τώ­ρα ὅ­μως ζη­τεῖ ἀ­πὸ ὅ­λους τούς     ἀν­θρώ­πους σὲ κά­θε τό­πο νὰ με­τα­νο­ή­σουν. Για­τί κα­θό­ρι­σε μί­α μέ­ρα, ποὺ θὰ κρί­νει τὴν οἰ­κου­μέ­νη μὲ δι­και­ο­σύ­νη, μέ­σῳ ἑ­νὸς ἀν­δρός, ποὺ ὅ­ρι­σε γι­᾿ αὐ­τό. Καὶ ἔ­δω­σε βέ­βαι­η ἀ­πό­δει­ξη σὲ ὅ­λους, ὅ­τι αὐ­τὸς θὰ εἶ­ναι ὁ κρι­τής, ἀ­να­σταί­νον­τάς Τον ἀ­πὸ τοὺς νε­κρούς.

6. Ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τῆς ὁ­μι­λί­ας τοῦ ἀπ. Παύ­λου στὴν Ἀ­θή­να

Ὁ ἀπ. Παῦ­λος στὴν ὁ­μι­λί­α του ἀ­να­φέρ­θη­κε στὸν Θε­ό, ποὺ δη­μι­ούρ­γη­σε ἐκ τοῦ μη­δε­νὸς τὸν κό­σμο, ποὺ συν­τη­ρεῖ τὰ πάν­τα καὶ ἔ­χει κα­θο­ρί­σει τὰ χω­ρι­κὰ καὶ χρο­νι­κὰ ὅ­ρια τῶν Ἐ­θνῶν. Κα­τα­λή­γει δέ, νὰ μι­λή­σει γιὰ τὸν Θε­ὸ ποὺ θὰ κρί­νει τὰ πάν­τα, μέ­σῳ ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που, τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­νέ­στη­σε ἐκ νε­κρῶν, (ἐν­νο­ών­τας βέ­βαι­α τὸν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, τὸ ὄ­νο­μα τοῦ ὁ­ποί­ου δὲν ἀ­νέ­φε­ρε). Τὸ στοι­χεῖ­ο ποὺ προ­κά­λε­σε ἔκ­πλη­ξη καί εἰρω­νι­κά σχό­λια ἀ­πὸ κά­ποι­ους Ἀ­θη­ναί­ους, καὶ ἐ­πὶ πλέ­ον τὴν εὐ­γε­νι­κή τους ἀ­πόρ­ρι­ψη, δηλ. τό «ἀ­κου­σό­με­θά σου πά­λιν», ἦ­ταν βε­βαί­ως ἡ Ἀ­νά­στα­ση. Ἦ­ταν κά­τι πρω­τά­κου­στο καὶ μέ­χρι τό­τε ἀ­δι­α­νό­η­το. Οὐ­δεὶς πο­τὲ προ­η­γου­μέ­νως εἶ­χε μι­λή­σει γιὰ Ἀ­νά­στα­ση ἐκ νε­κρῶν, πλὴν κά­ποι­ων ἀ­να­φο­ρῶν στὸ ἐ­πί­πε­δο τῆς Μυ­θο­λο­γί­ας, (π.χ.  Ἄ­δω­νις, Δι­ό­νυ­σος, Ἄλ­κη­στις κ.λπ.).

Ἀ­νά­στα­ση εἶ­ναι μιὰ νέ­α ἔν­νοι­α. Μιὰ δι­δα­σκα­λί­α ἄ­γνω­στη στὴν προ­χρι­στι­α­νι­κὴ ἀν­θρω­πό­τη­τα. Ἦ­ταν δύ­σκο­λο νὰ κα­τα­νο­η­θεῖ μὲ τὴν τό­τε εἰ­δω­λο­λα­τρι­κὴ κουλ­τού­ρα καὶ ἀ­κό­μα πιὸ δύ­σκο­λο νὰ ἀ­φο­μοι­ω­θεῖ. Ὁ προ­χρι­στι­α­νι­κὸς κό­σμος σχε­δὸν στὸ σύ­νο­λό του, πί­στευ­ε στὴν ἀ­θα­να­σί­α τῆς ψυ­χῆς, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ φαν­τα­σθεῖ τὴν Ἀ­νά­στα­ση. Γι­᾿ αὐ­τὸ καὶ εἶ­χε ἐ­κτρα­πεῖ στὴν «Με­τεν­σάρ­κω­ση».

Πα­ρό­λον ὅ­τι φαι­νο­με­νι­κὰ ἡ ἀ­πο­στο­λὴ τοῦ Παύ­λου εἶ­χε ἀ­πο­τύ­χει, ἐν τούτοις αὐ­τοὶ ποὺ προ­σκο­λλή­θη­καν στὸν Παῦ­λο καὶ πί­στε­ψαν, ὀ­λι­γά­ριθ­μοι ἀλ­λὰ ἐ­κλε­κτοί, ἀ­πε­τέ­λε­σαν τόν πυ­ρή­να τῆς πρώ­της Ἐκ­κλη­σί­ας τῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἀρ­γό­τε­ρα στὴν Β′ πρὸς Θεσ­σα­λο­νι­κεῖς ἐ­πι­στο­λή του, ὁ ἀπ. Παῦ­λος θὰ χρη­σι­μοι­ποι­ή­σει τὴν φρά­ση «οὐ πάν­των ἡ πί­στις», (Β′ Θεσ. γ′ 2), δηλ. ὅ­τι ἡ Χρι­στι­α­νι­κὴ πί­στη δὲν εἶ­ναι γιὰ κά­θε ἄν­θρω­πο. Χρει­ά­ζε­ται εἰ­δι­κὲς προ­ϋ­πο­θέ­σεις. Δὲν εἶ­ναι ἀρ­κε­τὴ ἡ καλ­λι­έρ­γεια τοῦ νοῦ, δι­ό­τι ἔ­χει στοι­χεῖ­α «ὑ­πέρ­λο­γα». Χρει­ά­ζε­ται, πρὸ πάν­των χρει­ά­ζε­ται καλ­λι­έρ­γεια τῆς καρ­διᾶς.

Κα­τὰ τὴν πα­ρά­δο­ση, ὁ Ἅ­γιος Δι­ο­νύ­σιος ὁ Ἀ­ρε­ο­πα­γί­της, τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς Σταυ­ρώ­σε­ως τοῦ Χρι­στοῦ βρι­σκό­ταν σὲ τα­ξί­δι στὴν Αἴ­γυ­πτο. Τοῦ ἔ­κα­νε δὲ με­γά­λη ἐν­τύ­πω­ση­ τό τρί­ω­ρο σκο­τά­δι, ποὺ κά­λυ­ψε ὅ­λη τὴν γῆ, κα­τὰ τὴν δι­ή­γη­ση τοῦ ἀπ. Παύ­λου, με­τὰ τὸν θά­να­το τοῦ Χρι­στοῦ. Ση­μεί­ω­σε δέ, τὴν ἡ­μέ­ρα καὶ τὴν ὥ­ρα ποὺ συ­νέ­βη αὐ­τὸ καὶ ἔ­γρα­ψε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ στὸ ση­μει­ω­μα­τά­ριό του: «Ἤ Θε­ὸς πά­σχει ἢ τὸ πᾶν ἀ­πώ­λε­το». Τὸ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ αὐ­τὸ γε­γο­νός, ἐ­πε­βε­βαί­ω­σε ὅ­ταν ὁ Παῦ­λος, τοῦ ἀ­νέ­φε­ρε ἀ­κρι­βῶς τὴν ἡ­μέ­ρα καὶ τὴν ὥ­ρα, ποὺ συ­νέ­βη, ἡ ὁ­ποί­α συ­νέ­πι­πτε μὲ τὴν δι­κή του. Αὐ­τὸ ἦ­ταν ἕ­να ἰ­σχυ­ρὸ ἐ­πι­χεί­ρη­μα γιὰ τὴν ἀ­λή­θεια τῶν ὅ­σων δι­δά­σκει ὁ Παῦ­λος.

Με­τα­ξὺ τῶν ὅ­σων ἐ­πί­στε­ψαν τὴν ἡ­μέ­ρα ἐ­κεί­νη στὸ κή­ρυγ­μα τοῦ ἀπ. Παύ­λου, ἦ­ταν καὶ ὁ Ἅ­γιος Ἱε­ρό­θε­ος. Αὐ­τὸς ὑ­πῆρ­ξε πλα­τω­νι­κὸς φι­λό­σο­φος καὶ ἕ­νας ἀ­πὸ τὰ ἐν­νέ­α μέ­λη τοῦ Συμ­βου­λί­ου τῆς Γε­ρου­σί­ας τοῦ Ἀ­ρεί­ου Πά­γου. Καὶ αὐ­τὸς δέ­χθη­κε καὶ δι­δά­χθη­κε τὴν πί­στη τοῦ Χρι­στοῦ ἀ­πὸ τὸν ἀπό­στο­λο Παῦ­λο, καί στὴν συ­νέ­χεια χει­ρο­το­νή­θη­κε πρῶ­τος Ἐπί­σκο­πος Ἀ­θη­νῶν. Μα­θη­τής του ἢ συμ­μα­θη­τὴς του ὑ­πῆρ­ξε, ὁ Ἅ­γιος Δι­ο­νύ­σιος ὁ Ἀ­ρε­ο­πα­γί­της, ὁ ὁ­ποῖ­ος στὰ συγ­γράμ­μα­τά του πλέ­κει ἐγ­κώ­μια. Ἀμ­φό­τε­ροι οἱ ἅ­γιοι Ἱ­ε­ράρ­χες, Ἱε­ρό­θε­ος καὶ Δι­ο­νύ­σιος, κα­τὰ τὴν πα­ρά­δο­ση, πα­ρευ­ρέ­θη­σαν θαυ­μα­τουρ­γι­κῶς στὴν ἐ­ξό­διο ἀ­κο­λου­θί­α τῆς Ὑ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου.

Ἴ­σως ὁ ἀπ. Παῦ­λος ἔ­φυ­γε ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος ἀ­πὸ τὴ με­γά­λη Ἀ­θή­να, τὴν πό­λη τοῦ πνεύ­μα­τος, στὴν ὁ­ποί­α εἶ­χε πά­ει μὲ τὴν ἐλ­πί­δα νὰ πεί­σει γιὰ τὴν ἀ­λή­θεια τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου, τοὺς σο­φούς τοῦ τό­τε κό­σμου. Ὅ­μως ἡ ἱ­στο­ρί­α τὸν δι­καί­ω­σε, δι­ό­τι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ στέ­ρι­ω­σε στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἀ­νέ­δει­ξε με­γά­λους Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοὺς ἄν­δρες. Δὲν δη­μι­ούρ­γη­σε δὲ πε­ραι­τέ­ρω προ­βλή­μα­τα, γι­᾿ αὐ­τὸ καὶ δὲν χρει­ά­στη­κε ὁ Παῦ­λος νὰ στεί­λει στοὺς Ἀ­θη­ναί­ους εἰ­δι­κὴ ἐ­πι­στο­λὴ.

Βρέ­θη­καν με­ρι­κοὶ νὰ ἀμ­φι­σβη­τή­σουν τὴν γνη­σι­ό­τη­τα τῆς ὁ­μι­λί­ας τοῦ ἀπ. Παύ­λου στὸν Ἄ­ρει­ο Πά­γο, για­τί οἱ Ἀρ­χαῖ­οι ἱ­στο­ρι­κοὶ συμ­πε­ραί­νον­τας συ­νή­θως ἀ­πὸ τὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ, ἔ­γρα­φαν συ­νή­θως ἀ­πὸ τὸ μυα­λὸ τους τὶς ὁ­μι­λί­ες ποὺ ἔ­λε­γαν δῆ­θεν οἱ ἥ­ρω­ές τους. Ἡ ἀ­πο­τυ­χί­α ὅ­μως τῆς ὁ­μι­λί­ας, (ἀ­πὸ τὴν ἄ­πο­ψη τῶν ἀ­πο­τε­λε­σμά­των στὸ ἀ­κρο­α­τή­ριο), ἀ­πο­δει­κνύ­ει ἀ­κρι­βῶς τὸ ἀν­τί­θε­το. Δι­ό­τι, ἕ­νας πλα­στο­γρά­φος θὰ τὴν ἔ­γρα­φε γιὰ νὰ ἐ­ξά­ρει τὴν ἐ­πι­τυ­χί­α.

Στὰ χρο­νι­κά τῆς Χρι­στι­α­νι­κῆς ἱ­ε­ρα­πο­στο­λῆς, δὲν ὑ­πάρ­χει τολ­μη­ρό­τε­ρο ἐγ­χεί­ρη­μα ἀ­πὸ τὴν ὁ­μι­λί­α τοῦ ἀπ. Παύ­λου στὴν Ἀ­θή­να. Στὴν Ἀ­κρό­πο­λη τῆς εἰ­δω­λο­λα­τρεί­ας, στὴν πό­λη ποὺ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ ἔ­χει τὴν αἴ­γλη τῆς Τέ­χνης καὶ τῶν Γραμ­μά­των. Στὴν πό­λη ὅ­μως, ποὺ εἶ­χε χά­σει κά­θε πί­στη. Τὴν θρη­σκεί­α τους εἶ­χαν κα­ταρ­γή­σει οἱ σο­φι­στές. Ποι­ὸς θὰ μπο­ροῦ­σε λοι­πὸν νὰ φαν­τα­σθεῖ ὅ­τι αὐ­τὴ ἀ­κρι­βῶς ἡ νέ­α Θρη­σκεί­α ἦ­ταν ἕ­να μο­να­δι­κό δῶρο στὸ ὁ­ποῖ­ο οἱ Ἕλ­λη­νες στὸ μέλ­λον, θὰ χρω­στοῦ­σαν τὴν σω­τη­ρί­α τοῦ Ἔ­θνους, τῆς φι­λο­λο­γί­ας καὶ τῆς γλώσ­σας των.


(1). Δηλ. ἀ­να­στα­τω­νό­ταν ἐ­σω­τε­ρι­κά, βλέ­πον­τας τὴν πό­λη νὰ εἶ­ναι γε­μά­τη εἴ­δω­λα.
(2). Δηλ. ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νος στὸν ἄ­γνω­στο Θε­ὸ.
(3). Σὰν τί θέ­λει νὰ πεῖ ἐ­τοῦ­τος ὁ «πα­ρα­μυ­θάς». Καὶ ἄλ­λοι ἔ­λε­γαν, «φαί­νε­ται πώς κη­ρύτ­τει ξέ­νους Θε­οὺς. Καὶ αὐ­τὸ τὸ ἔ­λε­γαν, δι­ό­τι ἐ­κή­ρυτ­τε σ᾿ ­αὐ­τοὺς τὸν Ἰ­η­σοῦ καὶ τὴν Ἀ­νά­στα­ση.
(4). Ὁ περίφημος ὕμνος τοῦ Κλεάνθη πρὸς τὸν Δία σὲ νεοελληνικὴ μετάφραση, (γιὰ τὸ πρωτότυπο βλ. «Ο ΠΑΥΛΟΣ ΤΟΥ HOLTZNER» σελ. 213 ), ἔχει ὡς ἑξῆς:

«Ἀπ᾿ ὅλους τούς Θεούς, πιὸ δοξασμένε, πολυώνυμε καὶ πολύμορφε, αἰώνιε παντοδύναμε Δία,
πού ἀπὸ Σένα πῆρε ἡ Πλάση ἀρχή, ποὺ κυβερνᾶς μὲ τοὺς νόμους σου τὰ πάντα, χαῖρε∙
γιατί καὶ σ᾿ ὅλους τούς θνητοὺς δίνεις τὸ δικαίωμα νὰ σοῦ μιλᾶν.
Γιατί ἀπ᾿ τὴν δική σου γενιά σου ἔχουμε βγεῖ σὰν ἀπομίμηση τοῦ κυβερνήτη
μοναδική, ἀπ᾿ ὅσα θνητὰ ζοῦν καὶ κινοῦνται πάνω στὴ γῆ∙
γι᾿ αὐτὸ θὰ σὲ πολυδοξολογήσω, καὶ τὴν δύναμή σου γιὰ πάντα θὰ τραγουδῶ.
Σὲ σένα ὅλη αὐτὴ ἡ πλάση ποὺ στριφογυρίζει γύρω ἀπὸ τὴν γῆ,
ὑπακούει ὅπου κι᾿ ἂν τὴν ὁδηγεῖς καί πειθαρχικὰ ὑποτάσσεται σὲ σένα.
Στὰ ἀνίκητα χέρια σου κρατᾶς γιὰ ὑπηρέτη, τὸ δίστομο, φλογισμένο, ἀθάνατο ἀστροπελέκι.
Μ᾿ αὐτό ὁδηγεῖς ἐσὺ τὸν καταδεκτικὸ λόγο, ποὺ μέσα σ᾿ ὅλα περνᾶ τὰ μικρὰ καὶ τὰ μεγάλα ἀστέρια.
Σὺ εἶσαι αὐτός, ποὺ τόσο μεγάλος ἔχεις γίνει, ὁ πιὸ ἀνώτερος αἰώνιος βασιλιὰς.
Οὔτε γίνεται κανένα ἔργο πάνω στὴ γῆ χωρὶς ἐσέ, Θεὲ,
οὔτε στὸ αἰθέριο στερέωμα, οὔτε στὴ θάλασσα ἐπάνω,
ἐκτὸς ἐκεῖνα ποὺ κάνουν οἱ κακοὶ μὲ τὴν δική τους ἀμυαλιὰ.
Σὺ ὅμως ξέρεις νὰ συμπληρώνεις τὶς ἐλλείψεις,
νὰ ὀμορφαίνεις τὶς ἀσχήμιες, καὶ νὰ ἀγαπᾶς κι᾿ ἐκείνους ποὺ δὲν σ᾿ ἀγαποῦν,
γιατί ἔχεις συνδυάσει τὰ πάντα καὶ συνενώσει τὰ καλὰ καὶ τὰ κακά,
ὥστε ἀπ᾿ ὅλα τὰ ὄντα, πάντα νὰ πραγματώνεται ἕνας λόγος, (ὁ δικός σου),
πού ὅσοι ἀπ᾿ τοὺς θνητοὺς εἶναι κακοὶ τὸν παρατοῦν καὶ τὸν ἀποφεύγουν.
Ἀλλά, πανάγαθε Δία, ἀόρατε, ποὺ ἐξουσιάζεις τοὺς κεραυνούς,
λύτρωνε τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν ὀλέθρια ἀπειροσύνη,
καὶ διῶξε την, πατέρα μακρυὰ ἀπὸ τὴν ψυχή, κι᾿ ἀξίωσέ μας νὰ ἀποκτήσουμε
τὴν γνώμη, ὅτι σὺ θαρετὰ καὶ μὲ δικαιοσύνη, κυβερνᾶς τὰ πάντα,
γιὰ νὰ σοῦ ἀποδίδουμε τιμὴ στὴν τιμή, ὑμνώντας γιὰ πάντα τὰ ἔργα σου, ὅπως πρέπει
σ᾿ ἐκείνους ποὺ εἶναι θνητοί∙ γιατί στοὺς ἀνθρώπους δὲν ἔχει δοθεῖ προνόμιο πιὸ μεγάλο,
οὔτε στοὺς θεούς, παρὰ νὰ ὑμνοῦν πάντα μὲ δικαιοσύνη τὸν παγκόσμιο νόμο». [Σημείωση: Οἱ φράσεις ποὺ ἔχουμε ὑπογραμμίσει θυμίζουν τὴν Χριστιανικὴ διδασκαλία.]
(5). Αὐτὸ μοιάζει πολὺ μὲ τὸ σύνθημα ποὺ ἐπικρατεῖ στὶς μέρες μας, “To have a nice time” τὸ ὁποῖο μπορεῖ νὰ μεταγλωττισθεῖ, «νὰ περνᾶμε καλὰ».
(6). Σύμ­φω­να μὲ με­ρι­κοὺς ἐ­ρευ­νη­τές, τὸ ὄ­νο­μα Δά­μα­ρις εἶ­ναι πι­θα­νὸν τὸ «ἐ­ξελ­λη­νι­σμέ­νο» Ἑ­βρα­ϊ­κὸ «Θά­μαρ».

(7). Δηλ. «Ποῦ λοι­πὸν νὰ βρε­θεῖ σο­φός, ποῦ νὰ βρε­θεῖ γνώ­στης τῶν Γρα­φῶν, ποῦ νὰ βρε­θεῖ ἀ­πο­λο­γη­τής αὐ­τοῦ ἐ­δῶ τοῦ αἰ­ῶ­να; Δὲν ἀ­πέ­δει­ξε ὁ Θε­ὸς μω­ρί­α τὴν σο­φί­α τοῦ κό­σμου; Ἐ­πει­δὴ πράγ­μα­τι οἱ ἄν­θρω­ποι, δὲν μπό­ρε­σαν μὲ τὴν σο­φί­α τους ν᾿ ἀ­να­γνω­ρί­σουν τὸν ἀ­λη­θι­νὸ Θε­ὸ μέ­σα ἀ­πὸ τὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τά Του, ποὺ φα­νε­ρώ­νουν τὴν σο­φί­α Του, εὐ­δό­κη­σε ὁ Θε­ὸς νὰ σώ­σει, μὲ τὴν μω­ρί­α τοῦ κη­ρύγ­μα­τος ἀ­πὸ τὸν τε­λι­κὸ ὄ­λε­θρο, ἐ­κεί­νους ποὺ θὰ πι­στέ­ψουν».

(8). Δηλ. «μέ­σα σ᾿ Αὐ­τὸν ζοῦ­με καὶ κι­νού­μα­στε καὶ ὑ­πάρ­χου­με». Ἐ­δῶ ὁ Παῦ­λος ὑ­πο­νο­εῖ τὴν παν­τα­χοῦ πα­ρου­σί­α τοῦ Θε­οῦ (πρβλ.μὲ τὸ «παν­τα­χοῦ πα­ρών καί τά πάν­τα πλη­ρῶν»). Ὁ ἐν λό­γῳ στί­χος τοῦ Ἐ­πι­με­νί­δη, εἶ­χε γρα­φεῖ μὲ «παν­θε­ϊ­στι­κό» νό­η­μα. Στὸν «Παν­θε­ϊ­σμό», τὰ πάν­τα θε­ω­ροῦν­ται «ΘΕΟΣ», δι­ό­τι συγ­χέ­ον­ται τὰ «κτί­σμα­τα» μὲ τὸν «κτί­στη». Ὁ ἀπ. Παῦ­λος ἔ­δω­σε «ἐν­θε­ϊ­στι­κό» νό­η­μα στὸν στί­χο. Κά­θε κτι­στὸ δη­μι­ούρ­γη­μα εἶ­ναι «ἔν­θε­ον», ἀλ­λὰ ὄ­χι Θε­ός, δι­ό­τι ὁ Θε­ὸς ὡς «παν­τα­χοῦ πα­ρών καί τά πάν­τα πλη­ρῶν» πε­ρι­έ­χει καὶ ζω­ο­γο­νεῖ τὰ πάν­τα.

(9). Δηλ. εἴ­μα­στε δι­κή του γε­νιά.. Ἐ­δῶ ἴ­σως ὁ ἀπ. Παῦ­λος ὑ­πο­νο­εῖ ἀφ᾿ ἑ­νὸς τὴν «πνευ­μα­τι­κή συγ­γέ­νεια» τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸν Θε­ό, ἀ­φοῦ εἴ­μα­στε πλα­σμέ­νοι «κατ᾿ εἰ­κό­να Θε­οῦ», ἀφ᾿ ἑ­τέ­ρου ὅ­τι εἴ­μα­στε ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι παι­διὰ τοῦ ἴ­διου «Πα­τέ­ρα», ἄ­ρα ἀ­δέλ­φια με­τα­ξύ μας. Ὁ Ἄ­ρα­τος πάν­τως, δὲν γνω­ρί­ζου­με, μὲ ποι­ὰ ἔν­νοι­α τὸ εἶ­πε.

(10). Δηλ. ὁ Θε­ὸς πα­ρα­βλέ­πον­τας τὰ χρό­νια τῆς ἄ­γνοι­ας, ζη­τᾶ ἀ­πὸ ὅ­λους το­ύς ἀν­θρώ­πους σὲ κά­θε τό­πο, νὰ με­τα­νο­ή­σουν. Βε­βαί­ως δὲν γνω­ρί­ζου­με ποι­ὰ ἔ­νοι­α στὴν λέ­ξη «με­τά­νοι­α» ἔ­δι­ναν οἱ Ἀ­θη­ναῖ­οι. Πάν­τως ὁ Παῦ­λος τὴν χρη­σι­μο­ποι­εῖ, ὡς νὰ ὁ­μι­λοῦ­σε ἤ­δη σὲ Χρι­στια­νοὺς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου