Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2018

ΤΑ ΦΩΤΑ ΣΤΟ ΑΪΒΑΛΙ (Φώτης Κόντογλου)


Σήμερα πήρα ένα γράμμα μ' ετούτο το μήνυμα, και δεν θέλω να το κρατήσω για τον εαυτό μου. Ευχαριστώ τον αποστολέα, και το μοιράζομαι μαζί σας.

 
Τα μικρασιατικά Θεοφάνεια από τον Φώτη Κόντογλου - Αϊβαλι 1920
«…Στα θαλασσινά τα μέρη ρίχνουνε τον Σταυρό, ύστερ’ από τη Λειτουργία των Θεοφανείων. Έτσι τον ρίχνανε και στην πατρίδα μου, κ’ ήτανε ένα θέαμα έμορφο και παράξενο…».
Ξεκινούσε η συνοδεία από τη Μητρόπολη. Μπροστά πηγαίνανε τα ξαφτέρουγα και τα μπαϊράκια, κ’ ύστερα πηγαίνανε οι παπάδες με τον δεσπότη, ντυμένοι με τα χρυσά τα άμφια, παπάδες πολλοί κι αρχιμαντρίτες, γιατί η πολιτεία είχε δώδεκα εκκλησίες, και κατά τις επίσημες μέρες στις μικρές ενορίες τελειώνανε γλήγορα τη Λειτουρ­γία και πηγαίνανε οι παπάδες στη μητρόπολη, για να γίνεται η γιορ­τή πιο επίσημη.
Οι ψαλτάδες ήτανε και κείνοι κάμποσοι κ’ οι πιο καλλίφωνοι, και ψέλνανε με μεγαλοπρέπεια βυζαντινά, δηλαδή ελ­ληνικά, κι όχι σαν σήμερα πού τρελλαθήκαμε και κάναμε την ψαλ­μωδία μας σαν ανάλατα και ξενικά θεατρικά τραγούδια. Από πίσω ακολουθούσε λαός πολύς.
Σαν φτάνανε στ’ Αγγελή τον Γιαλό, όπως λέγανε κείνη την ακρογιαλιά, ο δεσπότης με τους παπάδες ανεβαίνανε σε μια μεγάλη σανιδωτή σάγια εμορφοσκαρωμένη, για να κάνουνε τον Αγιασμό.
Ο κόσμος έπιανε την ακρογιαλιά κι ανέβαινε ο καθένας όπου εύρισκε, για να μπορεί να βλέπει. Τα σπίτια πού ήτανε ένα γύρο γεμίζανε κόσμο. Οι γυναίκες θυμιάζανε από τα παραθύρια. Από το μέρος της θάλασσας ήτανε μαζεμένα ίσαμε 100 καΐκια και βάρκες αμέτρητες, με τις πλώρες γυρισμένες κατά το μέρος πού στεκότανε ο δεσπότης. Έτσι πού ήτανε παραταγμένα τα καΐ­κια, μοιάζανε σαν αρμάδα πού θα κάνει πόλεμο.
Πιο ανοιχτά, κατά το πέλαγο, έβλεπες φουνταρισμένα τα μεγάλα καΐκια, γεμάτα κόσμο και κείνα. Άλλα πάλι είχανε περιζωσμένες τις βάρκες πού βρισκόντανε γιαλό, κ’ ήτανε κι αυτά γεμάτα κόσμο, προ πάντων θαλασσινοί και παιδομάνι.
Σ’ αυτά τα μέρη κάνει πολύ κρύο, και τις πιο πολλές φορές οι αντένες των καραβιών ήτανε χιονισμένες, ένα θέαμα πολύ έμορφο. Απάνου στα ξάρτια και στις σκαλιέρες, στις γάμπιες και στα μπαστούνια των καραβιών ήτανε σκαλωμένοι πλήθος θαλασσινοί, μεγάλοι και μικροί. Η θάλασσα ήτανε κοιμισμένη, μπουνάτσα.
Κρούσταλλα κρεμόντανε από τα ξάρτια σε πολλά καΐκια. Κρύο τάρταρος. Στην κάθε βάρκα από κείνες πού είχανε κοντοζυγώσει στη στε­ριά και περιμένανε να πέσει ο Σταυρός στη θάλασσα, στεκόντανε από ένα – δυο νοματέοι απάνω στην πλώρη, ενώ άλλοι δυο ήτανε στα κουπιά.
Αυτοί πού στεκόντανε ορθοί στην πλώρη, ήτανε ολόγυμνοι, εξόν ένα άσπρο βρακί πού φορούσανε σαν πεστιμάλι. Οι πιο πολλοί ήτανε σαν θεριά, χεροδύναμοι, πλαταράδες, χοντρολαίμηδες, μαλλιαρόστηθοι, τα κορμιά τους ήτανε κόκκινα από το κρύο.
Τα ποδάρια τους ήτανε γερά και φουσκωμένα σαν αδράχτια, θαλασσάνθρωποι, γεμιτζήδες, κοντραμπατζήδες, ψημένοι με τ’ αλάτι. Οι πιο πολλοί είχανε ριχμένες στις πλάτες τις γούνες τους, για να μην παγώσουνε, Ένα – δυο όμως στεκόντανε γυμνοί και κάνανε κάπου – κάπου τον σταυρό τους. Μα το μάτι τους ήτανε καρφωμένο στο μέρος πού θα ‘ριχνε τον Σταυρό ο δεσπότης.
 Ανάμεσα στους γυμνούς ήτανε ο Κωστής ο Γιωργάρας, ο Στρατης ο Μπεκός, ο Γιωργής ο Σόνιος, ο Δημητρός ο Μπούμπας,  Πέτρος ο Κλόκας, ο Βασίλης ο Αρναούτης, ο παλαβό – Παρασκευάς κι άλλοι.
Σαν να τους βλέπω μπροστά μου. Ο Γιωργάρας ήτανε μιαν ανθρωπάρα θηρίο, σαν Κουταλιανός, με μουστάκια μαύρα, μ’ έναν λαιμό σαν βαρέλι.Είχε δεμένο στο κεφάλι του ένα μαντίλι κ’ ήτα­νε ίδιος κουρσάρος. Ακουμπούσε απάνω σ’ ένα κοντάρι, λες κ’ ήτανε ο Ποσειδώνας ζωντανός.
Ο Δημητρός ο Μπούμπας ήτανε ένα άλλο θεριόψαρο, χοντρός και κοντόφαρδος, μαυριδερός σαν Σαρακηνός, και καθότανε ανεκούρκουδος, σκεπασμένος με τη γούνα του, με το μάτι του καρφωμένο στον δεσπότη.
Ο Πατσός ο Αράπης, ο λεγόμενος παλαβό – Παρασκευάς, είχε γένεια κατσαρά και κόκκινα και το πετσί του ήτανε από φυσικό του κόκκινο. Στο κορμί ήτανε αντρειωμένος και σβέλτος σαν τζαμπάζης και δεν χαμπάριζε ολότελα από κρύο. Στο σουλούπι ήτανε ίδιος Ρούσος.
Αυτός ήτανε ανεβασμένος απάνω στα ξάρτια σε μια μπρατσέρα φουνταρισμένη, και στεκότανε δίχως να σαλέψει, σαν τ’ άγαλμα. Μυστήριο πώς δεν πάγωνε!
O Πέτρος ο Κλόκας ήτανε ο μονάχος πού δε φορούσε βρακιά. Αυτός ήτανε ευρωπαϊσμένος, φορούσε στενό πανταλόνι και ναυτικό σκουφί. Στο κορμί ήτανε λιγνός και μάγκας στο σχέδιο.
Τα χέρια του τα ‘χε μπλεγμένα μπροστά στο στήθος του και σουλατσάριζε απάνω στη βάρκα, ολοένα μιλούσε κ’ έκανε και κάμποσα θεατρικά.
Σαν σίμωνε λοιπόν η συνοδεία στη θάλασσα, κι ακουγότανε από μακριά η ψαλμωδία, γινότανε μεγάλος αλαλαγμός απάνω στις βάρκες. Οι βουτηχτάδες πετούσανε τις γούνες τους κ’ οι άλλοι τραβούσανε τα κουπιά, για να ‘ναι οι βάρκες τους κοντά στο μέρος πού θα ‘πεφτε ο Σταυρός. Άλλοι φωνάζανε από τα ξάρτια, άλλοι μαλώνανε, άλλοι ανεβαίνανε στις κουπαστές για να δούνε. Τέλος φτάνανε οι στρατιώτες και ταχτοποιούσανε τον κόσμο.
Μπροστά πήγαινε ο αξιωματικός ο Τούρκος κι άνοιγε τον δρόμο να περάσει ο δεσπότης, κ’ έλεγε: «Γιόλ βέριν εφεντιά!» – δηλαδή: «Κάνετε δρόμο στον αφέντη!» Ο στρατός αραδιαζότανε σε παράταξη κ’ οι ψαλτάδες ψέλνανε πολλές φορές «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου, Κύριε».
Στο τέλος το ‘ψελνε κι ο δεσπότης κ’ έριχνε τον Σταυρό στη θάλασσα. Αλαλαγμός σηκωνότανε μέσα στη θάλασσα. Οι βάρκες και τα καΐκια καργάρανε τα κουπιά και τρακάρανε το ‘να τ’ άλλο.
Οι πλώ­ρες χτυπούσαμε η μια την άλλη. Κουπιά, κοντάρια, καμάκια, απόχες μπερδευόντανε μεταξύ τους. Οι βουτηχτάδες πέφτανε στο νερό κ’ ή θάλασσα άφριζε σαν να παλεύανε σκυλόψαρα. Πολλοί απ’ αυτούς κάνανε ώρα πολλή ν’ ανεβούνε απάνω, παίρνανε μακροβούτι και ψάχνανε στον πάτο να βρούνε τον Σταυρό. Για μια στιγμή φανερωνότανε κανένα κεφάλι και βούλιαζε γλήγορα πριν να το δεις.
 Άξαφνα βγήκε ένα κεφάλι με κόκκινα γένεια κ’ ένα χέρι ξενέρισε και βαστούσε τον Σταυρό. Ήτανε ο παλαβό – Παρασκευάς. Με δυο – τρεις χεροβολιές κολύμπησε κατά το μέρος του δεσπότη και σκάλωσε στην αραξιά.
Έκανε μετάνοια και φίλησε το χέρι του κ’ έδωσε τον Σταυρό. Ο δεσπότης τον πήρε, τον ασπάστηκε και τον έβαλε στον ασημένιο δίσκο κ’ υστέρα έδωσε τον δίσκο στον Παρασκευά.
Οι ψαλτάδες πιάσανε πάλι και ψέλνανε κι ο κόσμος αλάλαζε. Ύστερα η συνοδεία τράβηξε πάλι για την εκκλησιά. Ο Παρασκευάς θεόγυμνος, με τον δίσκο στα χέρια, γύριζε στους μεγάλους καφενέδες και στις ταβέρνες κ’ έρριχνε ο κάθε ένας ό,τι ρεγάλο ήθελε.
Τόσες ώρες ολόγυμνος και βρεμένος, με παγωμένο βρακί, μήτε κρύωνε, μήτε κάνε τους ώμους του δεν ανεσήκωνε.
Όπως ήτανε κοκκινογένης αστακόχρωμος, έλεγε κανένας πώς ήτανε ο Σκύθης Ανάχαρσις, πού γύριζε τον χειμώνα γυμνός μέσα στην Αθήνα τα παλιά τα χρόνια, κ’ οι Αθηναίοι τον ρωτούσανε γιατί δεν κρυώνει, κι αυτός αποκρινότανε πώς όλο το κορμί του είναι σαν το κούτελο, πού δεν κρυώνει ποτές.
Την ώρα πού έπεφτε ο Σταυρός στη θάλασσα, όλα τα καΐκια και τα καράβια, πού ήτανε φουνταρισμένα ανοιχτά στο πέλαγο, γυρίζανε την πλώρη τους κατά την Ανατολή, από κει πού ήρθε ο Χριστός στον κόσμο.
Από το βιβλίο του Φώτη Κόντογλου «Το Αϊβαλί η πατρίδα μου»
https://mikrasiatwn.wordpress.com

Παρασκευή 5 Ιανουαρίου 2018

Στις ρίζες της Παράδοσης: Θεοφάνεια.

Image result for εικόνες θεοφάνεια 
Για μια μέρα σαν την σημερινή, για τα Θεοφάνεια,γράφει -στα 1888- ο Αλ. Παπαδιαμάντης:

"Σήμερον ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν ἑορτάζει τὴν μεγάλην ἑορτὴν τῶν Θεοφανείων, καὶ ποιεῖται μνείαν τῆς βαπτίσεως τοῦ Χριστοῦ ἐν τῷ Ἰορδάνῃ.

Ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος καὶ Βαπτιστής, ὅστις ἔμβρυον ἐν τῇ μήτρᾳ εἶχεν ἀναγνωρίσει τὸν Λυτρωτὴν καὶ ἐσκίρτησεν, ἀνὴρ γενόμενος ὑπῆρξε καὶ ὁ πρῶτος πιστεύσας, ὑποδείξας καὶ κηρύξας τὸν Χριστόν. «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», εἶπεν ὅτε εἶδε τὸν Ἰησοῦν περιπατοῦντα. «Ἔρχεται ἄλλος ὀπίσω μου, οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς λύσαι τὸν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων αὐτοῦ», ἔλεγε πρὸς τοὺς μαθητᾶς του.

Τινὲς δὲ τῶν μαθητῶν τούτων, ἐγκαταλιπόντες αὐτόν, ἠκολούθησαν τὸν Ἰησοῦν, ὅθεν ὁ Ἰωάννης ἐγκαρτερῶν καὶ ὑποτασσόμενος ἔλεγεν, «Ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμὲ δὲ ἐλαττοῦσθαι». Ἐκ τῶν μαθητῶν τούτων τοῦ Ἰωάννου λέγεται ὅτι ἦσαν ὁ Ἀνδρέας ὁ πρωτόκλητος καὶ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ Σίμων Πέτρος, ὅστις καὶ πρῶτος ἐκ τῶν ἄλλων ἀποστόλων ὡμολόγησε τὸν Χριστόν, «Ραββί, σὺ εἶ ὁ Χριστός, ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ». Πρὸς τοῦτον λοιπὸν τὸν Ἰωάννην, τὸν κηρύττοντα καὶ βαπτίζοντα βάπτισμα μετανοίας, προσῆλθεν ὁ Χριστὸς ὡς ἄνθρωπος καὶ ἐβαπτίσθη θέλων νὰ δώσῃ τὸ παράδειγμα.

Ἐπειδὴ περὶ βαπτίσματος ὁ λόγος, καλὸν νομίζω ἐνταύθα νὰ ὑποβάλω πρακτικάς τινας παρατηρήσεις περὶ τοῦ τρόπου καθ᾿ ὃν τελεῖται παρ᾿ ἡμῖν τὸ Βάπτισμα.
Οἱ παλαιοὶ πρακτικώτατοι καὶ μεμορφωμένοι ἱερεῖς, καίτοι ἀγράμματοι λεγόμενοι, εἴξευρον νὰ ἐκτελῶσι κανονικώτατα τὰς τρεῖς καταδύσεις καὶ ἀναδύσεις, κρατοῦντες τὸν βαπτιζόμενον ὄρθιον πρὸς ἀνατολὰς βλέποντα, ἐφαρμόζοντες τὴν δεξιὰν ἐπὶ τῆς μασχάλης τοῦ βρέφους ἀβρῶς ἅμα καὶ ἀσφαλῶς, φράττοντες δὲ διὰ τῆς ἀριστερᾶς τὸ στόμα αὐτοῦ. Ἐφρόντιζον περὶ τῆς θερμοκρασίας τοῦ ὕδατος καὶ ἑκάστη κατάδυσις ἐγίνετο ἀκαριαία, τὸ δὲ διάλειμμα μεταξὺ τῶν καταδύσεων ἐγίνετο ἀρκετόν, ὥστε ν᾿ ἀναπνεύση τὸ βρέφος(1).

Τοιούτῳ τρόπῳ οὐδεὶς βαπτιζόμενος ἔπαθε ποτέ τι ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ. Τὸ σημερινὸν ὅμως σμῆνος τῶν ἱερέων, τοὺς ὁποίους ἡ διεφθαρμένη πολιτικὴ ἐπιβάλλει πολλάκις ἀξέστους καὶ ἀκαλλιεργήτους εἰς τοὺς Σ. Σ. ἱεράρχας νὰ τοὺς χειροτονῶσιν, ἀφοῦ κακῶς ἐκτελεῖ, ἢ μᾶλλον κακῶς παραλείπει τοσούτους ἄλλους τύπους, ὀφείλει τουλάχιστον νὰ σεβασθῇ αὐτὸ τὸ θεμέλιον τῆς πίστεως ἡμῶν, τὸ ἅγιον βάπτισμα.

Γράφομεν ταῦτα, διότι ἔχομεν λόγους νὰ πιστεύωμεν ὅτι πολλοὶ τῶν ἱερέων, χαριζόμενοι εἰς τὴν τυφλὴν καὶ μωρὰν πολλάκις φιλοστοργίαν ἀμαθῶν καὶ προληπτικῶν γονέων, οἵτινες νομίζουν, ὅτι κάτι θὰ πάθη τὸ χαϊδευμένον νεογνόν των ἐν τῇ ἱερᾷ κολυμβήθρᾳ, ἐκτελοῦσι σχεδὸν ράντισμα, καὶ ὄχι βάπτισμα.

Οἱ τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας εἶναι συγγνωστοί, διότι ἠγνόησαν τὴν ἔννοιαν τοῦ ἑλληνικοῦ ρήματος βαπτίζω, baptizo, ὅτι δηλ. σημαίνει βάπτω, βυθίζω, βουτῶ, οἱ Ἕλληνες ὅμως δὲν πρέπει ποτὲ νὰ τὴν ἁγνοήσωσιν.

Εἶναι καιρὸς νὰ φυλαχθῆ ὁ ἱερὸς οὖτος τύπος, διότι ἂν ἐξακολουθήση ἡ ἀμάθεια τοῦ κλήρου, καὶ πληθυνθῆ ἡ ἀθεΐα καὶ ἡ ἀσέβεια, μετὰ μίαν γενεάν, ὅτε θὰ εἴμεθα μισοβαφτισμένοι ὅλοι, θὰ δεήση νὰ διαταχθῆ γενικὸς ἀναβαπτισμὸς ὅλων τῶν κατοίκων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἀρρένων καὶ θηλέων.

Διότι πρέπει νὰ εἴμεθα συνεπεῖς. Ἡ ἡμετέρα Ἐκκλησία εἰς μὲν τοὺς προσερχόμενους ἐκ τῶν Δυτικῶν εἰς τοὺς κόλπους της ἐπιβάλλει τὸν ἀναβαπτισμόν, τοὺς δὲ Ἀρμενίους τοὺς μυρώνει μόνον, καὶ τοῦτο διότι οὖτοι μὲν εἶναι κανονικῶς βεβαπτισμένοι διὰ τριῶν ἀναδύσεων καὶ καταδύσεων, ἐκεῖνοι δὲ ἀτελῶς μόνον διὰ ραντισμοῦ.

«Συντηρώμεθα χάριτι, πιστοί, καὶ σφραγίδι, ὡς γὰρ ὄλεθρον ἐφυγον, Ἑβραῖοι, φλιᾶς πάλαι αἱμαχθείσης, οὕτω καὶ ἡμῖν ἐξόδιον τὸ θεῖον τοῦτο, τῆς παλιγγενεσίας λουτήριον ἔσται, ἕνεκεν καὶ τῆς Τριάδος, ὀψόμεθα φῶς τὸ ἄδυτον».

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ
(«Ἐφημερίς», 6 Ἰανουαρίου 1888, 3α.)"


Σημειώσεις

1. Ὅλες αὐτὲς οἱ λεπτομέρειες, ποὺ καὶ οἱ παπάδες ἀκόμα δὲν καλοξέρουν, μᾶς φαίνονται περίεργες ἀπ᾿ τὴν πρώτη ματιά. Μὰ ὅσοι ἐδιάβασαν τὴ βιογραφία τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ τὸν παρακολούθησαν στὰ παιδικά του χρόνια, θὰ θυμοῦνται πὼς τὸ παπαδοπαίδι ἐκεῖνο παρακολουθοῦσε βῆμα πρὸς βῆμα τὸν πατέρα του σ᾿ ὅλες τὶς λειτουργίες καὶ τελετές, καὶ τὸν βοηθοῦσε «καὶ συνέψαλλε μετ᾿ αὐτοῦ» καὶ τὸν ρωτοῦσε γιὰ θρησκευτικὲς λεπτομέρειες καὶ τύπους, γιατὶ ὁ πατέρας του ἦταν ἀρχαιοπρεπὴς παπάς, ἀπόγονος καὶ μαθητὴς τῶν κολλυβάδων τῆς Σκιάθου, καὶ γνώριζε κατὰ βάθος τὴν παλαιὰ ἐκκλησιαστικὴ τάξη, καὶ τὴν τηροῦσε μὲ φανατισμό. Ὁ Παπαδιαμάντης ἔχει γράψει καὶ ἄλλα παρόμοια εἰδικὰ λειτουργικὰ ἄρθρα, ὅπου κατήγγελλε ἢ καυτηρίαζε διάφορες παρατυπίες καὶ παραλείψεις, π.χ. Τὰ «Μνημόσυνα καὶ τὸ Καθαρτήριον», «Ἱερεῖς τῶν πόλεων καὶ ἱερεῖς τῶν χωρίων» κλπ. Τὸ δὲ διήγημά του «Τὰ τραγούδια τοῦ Θεοῦ» ἔχει τὴν ἀρχὴ καὶ τὴν ἔμπνευσή του ἀπ᾿ τὸ ἁπλούστατο γεγονὸς μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς παρατυπίας, ποὺ ἤθελε νὰ τὴν καυτηριάσει ὁ Παπαδιαμάντης. Καὶ ἡ παρατυπία αὐτὴ ἦταν ὅτι στὴν κηδεία ἑνὸς νηπίου ἐψάλη ὄχι ἡ εἰδική, μὰ ἡ κοινὴ νεκρώσιμη ἀκολουθία. Γιὰ ἐκκλησιαστικὲς παρατυπίες παράβαλε καὶ τὸ διήγημα «Ὁ Καλόγερος», ὑπάρχουν ὅμως κι ἄλλα σκόρπια χωρία στὰ διηγήματά του.

πηγή

Απορούντες ακόμη κι οι... Δημιουργοί! Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας...

Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας
Παγκόσμιος πολιτικός χάρτης στα Ελληνικά 
έκανε ώστε τα διασκορπισθέντα ιμάτιά της, να ανεμίζουνε ως λάβαρα εξέγερσης και ανεξαρτησίας ενάντια στην Ελλάδα και να προβάλλουν ως όχημα (πολλών αντιπαθούντων) εναντίον των εθνικών μας συμφερόντων, της Ιστορίας μας και του Πολιτισμού μας.

Στα χρόνια που περάσανε, η διάλυση μιας ολόκληρης χώρας, της Γιουγκοσλαβίας, που έγινε "χάριν γούστου" κάποιων, άφησαν πίσω τους, ανάμεσα στα τόσα ερείπια ανθρώπων, επιχειρήσεων, δομών και υποδομών της χώρας, και την διάλυση των διακρατικών σχέσεων,  την (νεωτερικώ τω τρόπω*) γέννηση νέων εθνών, που όχι μόνο θέλουν (αλλά φαίνεται και πως παρακινούνται να) υιοθετούν και... αλλότριους και προγόνους!
 
Και μάλιστα κόντρα στις ομολογίες των αρχόντων τους .... (βλ. δηλώσεις Γλιγκόροφ)

Ολόκληρος ο κόσμος κόπτεται για το όνομα, με το οποίο αυτοί και οι άλλοι, θα βρούνε για να αποκαλείται στο εξής, η νέα χώρα που προέκυψε, από την διάλυση μιας άλλης...

Κι εγώ διαβάζω τον χάρτη του κόσμου. .... Και βλέπω, στην Αμερικανική Ήπειρο, τις χώρες: Καναδάς,  Η.Π.Α., αλλά και Παναμάς, Μεξικό, Γουατεμάλα, και τόοοσες άλλες χώρες στον παγκόσμιο χάρτη!

Και νά! κάποιες από αυτές τις χώρες, παρατηρείται ότι ονομάζονται ταυτόσημα με τις πρωτεύουσές τους! Και δεν είναι χώρες χτεσινές. Έχουνε τουλάχιστον μισόν αιώνα αυθυπόστατης ύπαρξης, και μια χαρά, κανείς δεν τις μπέρδεψε με άλλη χώρα.

Και φτάσαμε, εδώ, με πολιτικούς που αναρωτιόνταν αν έχει η θάλασσα σύνορα,  να μην έχουνε μια πρόταση για μια περιφέρεια γειτονικής χώρας που ξεπετάχτηκε κουνώντας την σημαία της ανεξαρτησίας και το λάβαρο της επιθετικότητας εναντίον μας. Εναντίον ημών,  μιας χώρας με 200 χρόνια  κρατική υπόσταση και χιλιάδες χρόνων ιστορίας και πολιτισμού.

Η σλάβικη νεόκοπη αυτή χώρα (μια μικρή γειτονιά,  όλη κι όλη, μπροστά στον κόσμο!) που αποτελούσε μια μικρή περιφέρεια της βαλκανικής χώρας που έξωθεν διαλύθηκε, δεν θα μπορούσε άραγε να ονομασθεί "Σκόπια", όπως "Σκόπια" ονομάζονταν και η πρωτεύουσα της σχετικής περιφέρειας που ήταν μέρος της Γιουγκοσλαβικής σοσιαλιστικής Δημοκρατίας;

Γιατί άραγε θα πρέπει να ονομασθεί όπως μια δική μας περιφέρεια, αποβλέποντας (όπως συστηματικά έχει δείξει με άπειρες μικροπολιτικές, δόλιες, και ανιστόρητες, ενέργειες, όπως π.χ. επεκτείνοντας τα σύνορά της, συντάσσοντας και κυκλοφορώντας σχετικούς γεωγραφικούς χάρτες) να σφετεριστεί  και την δική μας περιφέρεια, όπως ήδη σφετερίζεται και τον ελληνικό πολιτισμό αφού οικειοποιείται την ιστορία μας;

Μήπως, οι "φίλοι μας", μας δείχνουν την ψεύτικη και δόλια την αγάπη τους, και με τούτο το θέμα;

Κι εμείς; τόσο χάσαμε την φαντασία, την δύναμη και το πνεύμα μας που δεν μπορούμε να απαντήσουμε πειστικά;

Ας ονομαστεί επί τέλους, Βαλκανικός φορολογικός Παράδεισος, Βαλκανικά Παίγνια και Στοιχήματα,  Βαλκανικό Σαιν Τροπέ, Τίτογκραντ, Κλιντονγκραντ, Απολειφάδι της Γιουγκοσλαβίας, Βιέννη των Βαλκανίων, ή όπως αλλιώς,  μακριά από εμάς, την ιστορία, την γεωγραφία, τον πολιτισμό και τα συμφέροντά μας.

Επί τέλους! Και γιατί να μην εκφραστούν οι πολίτες;

Η εξουσιολαγνεία των κυβερνώντων, και των επίδοξων αφ' ενός η πνευματική άπνοια και αφ' ετέρου η φιλελεύθερη εργαλειοθήκη τους,  δεν συναντώνται πουθενά με την ελευθερία των πολιτών της χώρας. Οι κυβερνώντες θέλουν να νικάνε και να μην έχουνε αντιδράσεις του λαού, οι επίδοξοι θέλουν να ελέγχουν το κοπάδι. Όμως, αυτό δεν είναι πολιτική ούτε εξουσία και δεν απευθύνεται σε πολίτες. Γιατί, κανονικά, η εξουσία (πρέπει να) σέβεται τους εντολείς της, και η πολιτική μιας χώρας (πρέπει να) χαράσσεται με γνώμονα την βούληση των πολιτών.

Ένα πρόσκαιρο βόλεμα, ποτέ δεν είναι η λύση του προβλήματος. Κι αν για τους πολιτικούς, η πρόσκαιρη λύση, αποτελεί μια κάποια νίκη επί των σημείων, αυτή θα είναι μια νίκη για ειδική χρήση, και με ημερομηνία λήξης!

Εμείς θέλουμε ηγέτες με πνεύμα, δύναμη, άποψη και τρόπο, γιατί θέλουμε να είμαστε ελεύθεροι και να ζούμε στ' αλήθεια και με υπευθυνότητα.


Εσείς, τί θέλετε;

*Σημείωση: Η νεωτερικότητα (μεθοδολογία και άποψη) συστηματικά υποστηρίζει πως η δημιουργία κρατών και εθνών είναι απλώς θέμα προθέσεων και δηλώσεων κάποιων!!!!!! Σαν να αποτελεί η πρόθεση και η δήλωση, τρόπο δημιουργίας και παραγωγής!

Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2018

Απέναντι στην κάννη του καιρού. Ή Μια ευχή που δεν είπώθηκε προφορικά...


Image result for εικόνες κίσσα κυνηγι 

Ο ανεψιός μου ο Νικολάκης, δεν με βρήκε στο τηλέφωνο για να μου αντευχηθεί, και το πήρε κατάκαρδα. Κάθησε λοιπόν και μού  'γραψε τις ευχές του. 

Το θεωρώ μεγάλη αχαριστία να τις ιδιοποιηθώ, γι' αυτό τις μοιράζομαι μαζί σας. Και μάλιστα του τό 'πα: "Ευχαριστώ άπειρα τον Θεό, που δεν με βρήκες στο τηλέφωνο, για να πούμε εν τάχει τις ευχές μας και τις ευχαριστίες μας. ..."

Ξετυλίγοντας, λοιπόν ο Νίκος την σκέψη του, μετά τα ειθισμένα και τα προσωπικά μας, μου γράφει -και σας τα μεταφέρω αυτολεξεί- τα παρακάτω:

"Όλα τούτα τα δεινά που ήρθαν και αυτά που ακόμα έπονται, πιστεύω πως στο τέλος θα είναι ένα από τα μεγαλύτερα κέρδη στην ιστορία μας. 

Η μητέρα μου διαρκώς επισημαίνει πως αυτό που χάνεται αυτά τα χρόνια εκτός από την  ιδιοκτησία της χώρας είναι και ένα κομμάτι του πολιτισμού μας

Η φτώχεια φέρνει αδράνεια και οι επίβουλες πολιτικές για την παιδεία εφαρμόζονται πιο εύκολα. Ναι, βιώνουμε ένα πρωτοφανές σκοτάδι, αλλά αυτό θα είναι η σωτηρία μας. 

Ο Δάσκαλος  που ξεμένει αργά στο πανεπιστήμιο για να μας μάθει ότι το μόνο που μας διαφεντεύει είναι τα έργα μας και προβληματίζεται όταν προτρέχουμε να δηλώσουμε αδυναμία και να ζητήσουμε καθοδήγηση, είναι η επανάσταση. Κι άλλοι μέ την πένα τους και την ποικίλη θεματολογία τους που κρούουν κώδωνες δίχως οργή και δίχως στράτευση, με αρμονικό λόγο, είναι η επανάσταση. 

Οι δικοί μου που προσπαθούν να αφήσουν ανέγγιχτο το παλιό και να το αναδείξουν, είναι κομμάτι αυτού, μαζί με τόσους άλλους αφανείς. 

Η γενιά μου μπορεί να φεύγει, αλλά σε αντίθεση με τους προηγούμενους, εμείς δεν γεννηθήκαμε σε καμένη γη. Είδαμε τους ανθρώπους μας να χάνουν τους κόπους μιας ζωής και αποκτήσαμε μια πρώτη πολιτική συνείδηση μέσα στο σπιράλ του απόλυτου παραλογισμού. Αυτό, μια μέρα θα πληρωθεί και από αντίδραση και μόνο θα γυρίσουμε. Έχουμε την καλύτερη πρώτη ύλη σε αυτόν τον τόπο. Έχουμε γιαγιάδες να ιστορούν τον πραγματικό Άγιο Βασίλη και να τραβούν το αυτί όταν οι κόρες των ματιών μας διαστέλλονται  μπροστά στο φανταχτερό, ούτως ώστε να μας κάνουν να στρέψουμε το βλέμμα στον πραγματικό κόσμο.


Το κυριότερο όμως είναι πως μπροστά στη νέα ζωή και την χαρά που φέρνει ένα παιδί που κάνει τα πρώτα του βήματα πρέπει να σταματάμε για να σκεφτούμε και να επιφορτιζόμαστε με την ευθύνη για όλα αυτά που οφείλουμε να του δώσουμε, και όλα εκείνα, από τα οποία πρέπει να το προστατεύσουμε. Κάποιοι από εμάς μεγαλώνουμε με την εικόνα αυτής της συνέχειας και θα το κουβαλάμε. 

Σκέφτομαι ακόμα πως αυτός ο τόπος έχει μπολιασμένο το μήνυμα "Ελευθερία η θάνατος". Νόμιζα κάποτε πως η ιστορία μόνο το διδάσκει, μα πριν ακούσω τον πατέρα μου να μιλά για την ιστορία, το είχα δει γύρω μου.

Θυμάμαι την κίσσα με τα κισσόπουλα να καιροφυλαχτεί την αχλαδιά, στην ξηρασία του καλοκαιριού, απέναντι από ένα δίκαννο. Σκεφτόμουν πως μπορούσε να πάει εκείνη να δοκιμάσει την τύχη της για να ταΐσει τα παιδιά της, μα αντί αυτού περίμενε και περίμενε, ώσπου όλοι μαζί ώρμησαν με ελιγμούς στο δέντρο. Η κίσσα ζητούσε το δίκαιο, και με αυτό τον τρόπο, ακόμα και αν πέθαινε, θα έπεφτε διδάσκοντας τα μικρά της. 

Σκέφτομαι πως να μπορείς να έχεις το δικαίωμα να κερδίζεις τα αναγκαία και να αφήνεις τους τρόπους για τους  επόμενους είναι η ελευθερία. Έτσι και εμείς απέναντι στην κάννη του καιρού πρέπει να ωρμήσουμε στο δέντρο της γνώσης και της τέχνης γιατί η μόνη εναλλακτική είναι ο θάνατος. 

Πάντα θα κερδίζουμε τον πόλεμο, γιατί πλην των ηρώων της ιστορίας, ο καθένας μας σε αυτόν τον τόπο, πολεμά πλάι στους νεκρούς του για αυτούς που θα γεννηθούν. 

Αυτός ο σκοτεινός καιρός, παρόλο που έχει θύματα, πιστεύω πως δεν θα είναι τίποτα παραπάνω από την ευκαιρία να γυρίσει το ποτάμι στην κύρια φλέβα του, γιατί πλέον η έλλειψη συλλογικής συνείδησης,  ο εφησυχασμός και οι συνέπειές τους δεν είναι απλά σενάρια ...".


Αυτά και άλλα μου έγραψε ο Νικος, ο μικρότερος από μια σειρά παιδιών της οικογένειας. Όμως, είναι κι αυτός στην κατηγορία των νέων, που η πολιτεία, τους έχει κόψει την ανεμπόδιστη πορεία. 

Αλλά, όταν οι νέοι, είναι μαχητές στην σκέψη, με συνείδηση και άποψη για την ταυτότητά τους, τον Πολιτισμό που τους ανέθρεψε, και το νόημα της ζωής που κλείνει μέσα του αυτός ο πολιτισμός, υπάρχει ελπίδα...

Μακάρι, να γίνονται ολοένα και περισσότεροι οι νέοι, που έχουνε πρόταση ζωής και διάθεση για δημιουργία, κι όχι μια αίτηση διορισμού τους σε μια θέση σημερινής απασχόλησης για 360 ευρώ χωρίς αύριο, ή σε θέση πολιτικής (και) αργομισθίας ....

Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2018

Αγιοβασιλιάτικα, πολιτικά και φιλοσοφημένα. To αδιανόητο τίποτα.


Image result for εικόνες  11ο συνέδριο


Ἀρχιμηνιὰ κι ἀρχιχρονιά,
ψηλή μου δεντρολιβανιά, (;)
κι ἀρχι καλός σας χρόνος (;)
ἐκκλησιὰ μὲ τ᾿ ἅγιο θρόνος (!!)
Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται
καὶ δὲν μᾶς καταδέχεται (;!!) 



Ετούτο είναι μέρος τα κάλλαντα που ακούμε κάθε χρόνο, κι η νεωτερική ασυναρτησία τους, πάει σύννεφο. 

Τα κάλλαντα της πρωτοχρονιάς προσαρμόστηκαν στο πνεύμα της εποχής σιγά-σιγά, και φτάσαμε σ' ετούτο το αποτέλεσμα του σολοικισμού (γραμματικά λάθη), του πνευματικού βανδαλισμού (αντιφάσεις), της ασυναρτησίας (κενολογίας), της εμπορικότητας, της προπαγάνδας, και ό,τι άλλο φανταστείτε, χωρίς ενότητα, σκοπό, πνεύμα, τέλος, αιτία ή προοπτική: Δείτε και μόνοι σας και
  • βρείτε την συνάφεια μεταξύ πρώτου και δεύτερου στίχου, 
  • βρείτε το αυτοτελές νόημα του πρώτου, 
  • του δεύτερου,
  • του τρίτου, ή 
  • του τέταρτου στίχου. 
Ευτυχώς, ο πέμπτος στίχος, είναι -τουλάχιστον- μια αναγγελία!

Αλλά γιατί αμέσως μετά, στον έκτο στίχο, αίρεται το νόημά της; Μήπως είναι προεκλογική υπόσχεση; Μήπως είναι εμπορική διαφήμιση; Μήπως είναι ένα μήνυμα ελπίδας που διαψεύδεται αυθωρεί; Μήπως ... είναι ο συνηθισμένος τρόπος επικοινωνίας του νεωτερικού κόσμου;

Δηλαδή, μήπως, είναι μια εξαγγελία του τύπου: ό,τι σας λέω τώρα, ισχύει! Και μάλιστα, άσχετα από το πριν και από το μετά! Άσχετα από την λογική, την συνάφεια, ή την συνέπεια λόγου και έργου, κι άσχετα από την πρόβλεψη και από το -επελθόν στο μεταξύ- αποτέλεσμα;

Εκεί, λοιπόν, στο πλαίσιο του ιδεολογικού εξοπλισμού όλων (όσοι θα ριχτούν στην εκλογική μάχη, από θέση προσωπικών προσδοκιών ή από θέση στρατευμένου μέλους), παρακολουθούμε (στο διαδίκτυο) το συνέδριο της έγκυρης πολιτικής επιμόρφωσης αυτών των στελεχών, που με την αγωνία της πολιτικής επικράτησης, παρίστανται (αν και χαλλλαρά) γιατί πρέπει να γνωρίζουν "για ποιό πράγμα αγωνίζονται. Για να το διακηρύσσουν και για να πείθουν". Και κυρίως, για να μην λένε μετά "δεν μας είχες πεί, αρχηγέ, ότι θα ξεριζώσουμε τα πάντα..."

Επιμορφώνονται λοιπόν στο ότι η παλαιά κοινωνία είχε τον μονάρχη να την συνδέει και να υπηρετεί τους δικούς του σκοπούς κι επιθυμίες ( πράγμα που είναι ψευδές για το ελληνικό κοσμοσύστημα, γιατί άλλα γνωρίζουμε από την Ιστορία μας), και πως τώρα, η κοινωνία είναι εξουδετερωμένη, από το κράτος, που έχει τους "δικούς του" σκοπούς (δηλαδή, για όσους καταλαβαίνουν, των ανομολόγητων συνασπιζομένων ιδιωτικών και πολυεθνικών συμφερόντων).

Κατηχούνται, λοιπόν, οι επίδοξοι ηγεμόνες  στο ότι, τώρα, για να πάει μπροστά το πράγμα, πρέπει οι πολιτικοί να μας καταπείσουν, να μας καταφέρουν να πιστέψουμε και να συναινέσουμε, πως δεν μπορούμε να (και δεν θα) αλλάξουμε την πορεία των πραγμάτων προς την καταξίωση των ανθρώπων μέσα από μια αληθινή ζωή, όπως οι ίδιοι την επιθυμούν! Πρέπει να μας πείσουν ότι το σημαντικό είναι να εκχωρήσουμε  στους "διαχειριστές συμφερόντων" την ελευθερία και το εκ μέρους μας αναντίρρητο στο "να μας επιβάλουν ό,τι αυτοί θέλουν, ό,τι τους εξυπηρετεί!" Αλήθεια σε τί διαφέρει αυτό από την κοινωνία των φεουδαρχών που η ίδια η δυτική κοινωνία πολέμησε και εξαφάνισε; Τόσος δρόμος για το τίποτα;

Και μάλιστα, στο πλαίσιο του συνεδρίου, φιλοσοφημένα,  αποδόθηκε ευθέως, ανερυθρίαστα και αυτοαναιρετικά, η πραγματική αιτία του κακού που καλά κρατεί στην Ελλάδα: Που δεν είναι άλλο, από το γεγονός, πως εμείς εδώ, δεν βιώσαμε στο πετσί μας την φεουδαρχία και την αντίδραση σ' αυτήν! Γι' αυτό δεν επαναστατήσαμε εναντίον κανενός, και πως τώρα, γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, μας είναι δυσκολοφόρετο το καπέλλο "των εξουσιαστών της σκέψης μας"!

Ανάμεσα στα πολλά, σ' ετούτη την κομματική-ιδεολογική μάζωξη μάθαμε πως είναι αναγκαίο να ομολογήσουμε και να παραδεχτούμε, να εξομολογηθούμε δηλαδή, φανερά, τα λάθη μας (πράγμα που είναι του άλλου πνεύματος συνήθεια, αυτού που μας παρακινούν να ξεχάσουμε)! Τάχα, πως "αμαρτία" ειπωμένη, συγχωρείται! (Αλήθεια, κανείς μας δεν μπορεί να απελευθερωθεί από εκείνο το πνεύμα που πρέπει να εξαλείψουμε! ούτε καν οι πολέμιοί του!)

Έγινε άραγε έτσι και με εκείνους τους προφήτες, που -αφού μας βάλανε, επί ματαίω, στην προκρούστεια των συμφερόντων τους κλίνη, κι αφού μας κόψανε τον αέρα της σκέψης, της απόφασης, και της προοπτικής- είδανε και οι ίδιοι, το μάταιο των προσδοκιών και των προγραμμάτων τους;

Και τί κανανε αυτοί, σαν αντιλήφθηκαν το λάθος στους υπολογισμούς και στα προγράμματά τους; Μήπως νομίσανε, πως εμείς τους συγχωρήσαμε, απλά και μόνο επειδή αυτοί το ομολογήσανε; Τζάμπα η συνέχιση του ματυρίου μας; Κι οι χαμένες ζωές μας; Οι αυτοκτονίες ανθρώπων που φτάσανε στο αδιέξοδο; Οι πλειστηριασμοί των πατρώων εστιών; Το αγέρωχο ύφος του κοτζάμαση της εξουσίας, νομίζετε πως ξεχνιέται;

Όμως, αυτοί ξεχνάνε, πως ο άνθρωπος αλλάζει την ζωή του και τον τρόπο του επειδή πείστηκε αφ' εαυτού (παλαιόθεν γνωστό το "ου με πείσεις καν με πείσεις"). Επειδή ανακάλυψε το καλύτερο. Κι όχι επειδή τον πείσανε κάποιοι γι' αυτό, με επιχειρήματα από την δική τους την ζωή και τα δικά τους τα συμφέροντα.  Αυτός που πείστηκε από τους άλλους,  είναι εκείνος που δεν είχε δική του ζωή, δεν είχε ελπίδα, δεν είχε τρόπο. Ήταν έρμαιο παθών, απόγνωσης, ανοησίας, μόδας, ξενομανίας. Ήταν ένας άνθρωπος που μισούσε. Μισούσε αυτό που ζούσε δίπλα του, αυτό που ήτανε και δεν μπορούσε πια να ξαναγίνει. Μισούσε αυτό που υπήρξε, μισούσε την ιστορία του, μισούσε-γιατί δεν μπορούσε να εκτιμήσει- τον πολιτισμό που γέννησε και τον ίδιο.

Η φιλία προς την απελευθέρωση δεν είναι αγάπη προς την ελευθερία. Γιατί η απελευθέρωση είναι μια τάση φυγής, ενώ η ελευθερία είναι μια στάση ζωής.

Κι αν η ανάγκη για απελευθέρωση είναι μια έξωθεν παραίνεση, η ελευθερία της ψυχής είναι μια ενδόμυχη, εσωτερική στάση, ασχέτως εξωτερικών συνθηκών.

Και μ' όλα τούτα, η πολιτική της σήμερον, δεν έχει καμμία σχέση με τον ελληνικό τρόπο και το νόημα της ζωής. Γιατί η πολιτική, φαίνεται πια, πως είναι μια "επιχείρηση" και όλο τούτο που ακούσαμε, φιλοσοφημένα, στο 11ο συνέδριο, ήτανε απλώς marketing.

Σημείωση
Υπάρχει όμως και κάτι (ακατανόητο από τους άλλους, και γι' αυτό ασυγχώρητο), που λανθάνει στον δικό μας τον τρόπο, (τον αίτιο όλων των κακών και της μιζέριας μας), ακόμη κι όταν εμείς τον κακοποιούμε. Το βρήκα, όμορφα, με μεγάλη ακρίβεια, και με  δέος δοσμένο,  σε μια έξοδό μου, για "αντίβαρο στην ιδιωτεία",  και σας το μεταφέρω, όπως το ένοιωσε ο αρθρογράφος του site (μόνο η αποσπασματική έμφαση (bold) είναι δική μου):

(...)
"Και μίλησε πρώτα και πάνω από όλα για τον κεντρικό άξονα αυτού του πολιτισμού: το σώμα. Το ζων, λειτουργικό, οντολογικό σώμα το συγκροτούμενο από τους τεθνεώτες, συγκαιρινούς και μέλλοντες ελθείν κοινωνούς του καθ’ ημάς τρόπου του ζειν. Ένα σώμα που έρχεται από μακριά και πορεύεται εδραίως, εν νηφαλίω μέθη, συνεχώς διευρυνούμενο και εκλεπτυνόμενο προς το τέλος, το σκοπό, την ολοκλήρωση, το φωτισμό και συμπερίληψη του σύμπαντος κόσμου. Σώμα προσώπων, σώμα ανθρώπων και θεών, που από Εκκλησία του Δήμου, θα γίνει Εκκλησία πορευόμενη αενάως από δόξης εις δόξαν. Ο Κώστας Ζουράρις ξέρει ότι δίπλα του, μέσα του είναι οι συλλέκτριες των κρόκων της Θήρας, είναι οι Μυροφόρες και με μεγάλη ταπείνωση η Υπέρμαχος Στρατηγός. Σώμα Τριαδολογικής βιωτής, του ασυγχύτως και αδιαιρέτως, σώμα της αδιαιρέτου αγαπητικής ενότητας και εν ταυτώ της ασυγχύτου αδιαπραγμάτευτης ετερότητας και ελευθερίας. Το αδύνατο που γίνεται δυνατό, το ασύλληπτο που οράται, το αχώρητο που χωρείται, η ετερότητα που μιλάει, το ένα σώμα που εκφράζεται. Από δόξης εις δόξαν.

Ένας πολιτισμός του προσώπου και της σχέσης. Ένας πολιτισμός της ετερότητας, της ιδιοπροσωπίας, της απόλυτης ελευθερίας και του μανικού έρωτα. Και ένας πολιτισμός που όχι μόνο δε σταματάει εκεί, αλλά βασιζόμενος σ’ αυτά τα δύο του δομικά συστατικά, τον μανικό έρωτα και την ελευθερία, τολμάει να διανοηθεί το αδιανόητο, τολμάει να αποζητήσει τη θέωση. Ναι, εμείς οι Ολύμπιοι, εν πλήρη ταπεινότητι τολμάμε τη θέωση, τη βίωση της Θεανθρωπότητας, τη μετουσίωση στη νέα οντολογία που Εκείνος, ο πρώτος Θεάνθρωπος μάς προσέφερε ως χάρη. Η πλήρωση και ολοκλήρωση, η συγκεφαλαίωση της ύπαρξής μας ως πρόσωπα και ως σώμα. Το φως.

Και το σκοτάδι του κόσμου τούτου εμίσησε το φως. Πώς η βαρβαρότητα του εγωισμού και η αυθάδεια του πλούτου και της δύναμης να αντέξει την ημέρα να γλυκοχαράζει το πρωί στις καρδιές, και το σούρουπο την πορφύρα να βασιλεύει ειρηνεύοντας το νου; Και η βαρβαρότητα θέλησε να επικρατήσει. Να είναι όλα σαν κι αυτήν. Να είναι όλα δικά της, να τα εξουσιάζει όλα. Και ζωτικούς χώρους και καρδιές. Πόλεμος λυσσαλέος, πόλεμος ανηλεής. Ο αρχέκακος όφις από την πρώτη μέρα μέχρι το τέλος. Αγώνας για επικράτηση, αγώνας για δικαίωση του τρόπου του. Πάση δυνάμει η κυριαρχία. Σκότος, η έλλειψη του φωτός. Ο αγώνας συνεχής. Και όταν τα ανθρώπινα κουράγια λείψουν, μη φοβάστε, είναι μαζί μας αυτή, η κορυφαία του χορού, που και πάλι θα στρατηγήσει υπερμάχως.

Είμαστε στο φως, να το δούν και οι άλλοι και να σπεύσουν. Γευόμαστε το φως, απλά, με λίγο άρτο με λίγο κρασί. Ανάσταση. Με δυό ψαράκια και φίλους στην άμμο, δίπλα σε Εκείνον, μαζί με Εκείνον το λυτρωτή και το σωτήρα μας. Να πιάνομε τη θάλασσα, να κοιτάμε τον ουρανό και να δακρύζομε για τα μεγάλα. Ένα δάκρυ που πέφτει στο κύμα. Για την τελειότητα που δεν ήρθε ακόμα. Για τις αδυναμίες μας, τη θνητότητα και τη φθορά. Για τις ανομίες και τα βάσανά μας. Το συναμφότερον. Κακών τε καγαθών. Η χαρμολύπη.

Και οι άλλοι, με τη λογική του κόσμου τούτου, ας μάς θεωρούν ηττημένους. Για τον πλανεμένο τρόπο αντίληψής τους είμαστε οι χαμένοι, το τίποτα, το μηδέν. Και πλανήθηκαν, γιατί τα μάτια τους ήταν κλειστά και δεν είδαν εκείνη την παγερή νύχτα του Δεκέμβρη, στην εσχατιά του σπηλαίου την παρασάλευση του κόσμου, όλα να ανατρέπονται, και τα θεμέλια του κόσμου τούτου οριστικά να θρυμματίζονται. Ναι δεν έχομε τίποτα, είναι όμως όλα δικά μας. Και όχι σαν κτήση, αλλά ως υπόσταση και οντολογία. Η υπέρβαση της φθαρτότητας. Καινή ζωή. Έλθετε και ίδετε λαοί. Η αγκαλιά είναι ανοικτή και πάντες κλητοί και προσκεκλημένοι".

Τί λέτε,  να είναι πάντοτε ανοιχτά τα πρατήρια της κατανάλωσης, της αποχαύνωσης, της απόλαυσης και της ανοησίας, ή να εχουμε και καμμιά αργία, έτσι για περίσκεψη;

Ο Παπαδιαμάντης για τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς

Image result for εικόνες τα  κάλαντα  στην τέχνη 
Τα κάλαντα, που σήμερα γυρνάνε από σπίτι σε σπίτι
τα παιδιά και τραγουδούνε, είναι πια, αρκετά
 ξεκομμένα από 'κείνα που ψάλλονταν παλαιότερα.

Οι απόψεις του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη γι' αυτά, τόσο από ιστορική σκοπιά, όσο και από λογοτεχνική και λαογραφική, είναι ιδιαίτερα μεγάλης σημασίας. Λέει λοιπόν ο Παπαδιαμάντης:

«... θέλων ἐνταῦθα νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην ἐπὶ τῇ ἐκθρονίσει τῶν γνησίων ᾀσμάτων τοῦ λαοῦ, ἣν κατώρθωσαν τὰ κακόφωνα ταῦτα ῥαψωδήματα, πολὺ ἀπέχω ἄλλως τοῦ νὰ θαυμάσω τὰ ἐν Ἀθήναις ἀκουόμενα δημώδη ᾄσματα:» (που συμπλέκουν άσχετες έννοιες και αντιφατικές δηλώσεις)

Ἀρχιμηνιὰ κι ἀρχιχρονιά,
ψηλή μου δεντρολιβανιά, (;)
κι ἀρχι καλός σας χρόνος (;)
ἐκκλησιὰ μὲ τ᾿ ἅγιο θρόνος (!!)
Ἅης Βασίλης ἔρχεται
καὶ δὲν μᾶς καταδέχεται (;!!)


«... ὑπάρχουσιν, ἰδίως εἰς τὰς νήσους, ἄλλα κάλλιστα ᾄσματα τοῦ λαοῦ καὶ ἐπ᾿ αὐτῶν θέλω νὰ ἐνδιατρίψω ὀλίγον. Τινὰ τούτων ἔχουσιν ὑπόθεσιν ἀποκλειστικῶς τὴν ἑορτὴν τῆς ἡμέρας, ἄλλα, χωρὶς νὰ παρακολουθώσι τὰ ἱερὰ κείμενα, διεξέρχονται τὸ θέμα μὲ ποιητικὰ χρώματα, καὶ βοηθείᾳ τῆς δημώδους legende.

Ἐννοεῖται ὅτι τὰ κατωτέρω παρατιθέμενα εἶναι ἁπλὰ ἀποσπάσματα, διότι τὰ τοιαῦτα ἄλλως ἀλλαχοῦ ἄδονται καὶ πολλαχῶς ἀλλοιοῦται ἀπὸ στόματος εἰς στόμα ἡ ἔννοια καὶ ἡ λέξις (...)

... εἰς τὴν ἑορτὴν του Ἁγίου Βασιλείου (...), παραθέτομεν τὸ κύριον τῆς ἡμέρας ᾄσμα:


Ἅης Βασίλης ἔρχεται ἀπὸ τὴν Καισαρίτσα,
βαστάει κόλλα καὶ χαρτί, χαρτὶ καὶ καλαμάρι.
«Βασίλη μ᾿ ποῦθε ἔρχεσαι; καὶ ποῦθε κατεβαίνεις;»
Ἀπὸ τὴ μάννα μ᾿ ἔρχουμαι καὶ στὸ σκολειὸ πηγαίνω,
πάω νὰ μάθω γράμματα, νὰ πῶ τὴν ἀλφαβήτα».
Καὶ στὸ ραβδί, ποὺ ἦταν ξερό, χλωρὰ βλαστάρια πέτα
κι ἀπάνου στὰ ξεβλάσταρα περδίκια κελαϊδοῦσαν,
ὄχι περδίκια μοναχά, μόνε καὶ περιστέρια.

Τὸ ᾄσμα τοῦτο μᾶς φαίνεται θαυμάσιον ἐν τῇ ἀφελείᾳ αὐτοῦ. Ἡ ἔμφυτος φιλομάθεια τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ἐν μέσῳ τοσούτων διωγμῶν καὶ θλίψεων ἐπιζήσασα, μετεχειρίσθη τὴν ἐπὶ παιδεία φήμην τοῦ ἑλληνικωτάτου Ἁγίου ὡς προτροπὴν πρὸς τοὺς νέους πρὸς τὴν σπουδὴν καὶ μάθησιν, οὕτω δὲ καὶ μετὰ πολλοὺς αἰῶνας ὁ μέγας της Καισαρείας φωστὴρ παρίσταται οἰονεὶ συγγράφων δευτέραν «Πρὸς τοὺς νέους Παραίνεσιν».

Τὰ ἄλλα ᾄσματα τῆς ἡμέρας, ἀποτελοῦντα ὁρμαθὸν εὐχῶν καὶ ἐγκωμίων διὰ τὰ μέλη ἑκάστης οἰκογενείας, εἶναι οἰονεῖ συνέχεια τοῦ πρώτου, ἐξαρτωμένη ἐκ τοῦ ἐν τῷ προτελευταίῳ στίχῳ, ὅτι τὰ «περδίκια κελαϊδοῦσαν» καὶ ἰδοὺ τί κελαϊδοῦσαν:


Γιὰ βάλε τὸ χεράκι σου
[τοῦτο ἀποτείνεται πρὸς τὸν οἰκογενειάρχην:]
στὴν ἀργυρή σου τσέπη
κι ἂν εὕρεις γρόσα δός μας τα, φλουριὰ μὴν τὰ λυπᾶσαι,
κι ἂν εὕρεις καὶ μισὸ φλουρί, κέρνα τὰ παλληκάρια,
κέρνα τ᾿ ἀφέντη μ᾿ κέρνα τα, νὰ πιοῦνε στὴν ὑγειά σου,
καὶ στὴν ὑγειά σου, ἀφέντη μου, καὶ στὴν καλὴ χρονιά σου.
Νὰ ζήσεις χρόνια ἑκατό, διακόσα, παραπάνου,
κι ἀπ᾿ τὰ διακόσα κι ὕστερα ν᾿ ἀσπρίσεις νὰ γεράσεις,
ν᾿ἀσπρίσεις σὰν τὸν Ὄλυμπο, σὰν τ᾿ ἄσπρο περιστέρι,
σὰν τ᾿ ἀηδονάκι ποὺ λαλεῖ, τὸ Μάη, τὸ καλοκαίρι.

[Καὶ τί λαλεῖ τὸ ἀηδονάκι τοῦτο; Ἰδοὺ ἀκούσατε:
Λαλεῖ εὐχὰς διὰ τὰ ἄλλα μέλη τῆς οἰκογενείας:]

Κυρά μου, τὸν γιόκα σου, κυρά μ᾿, τὸν ἀκριβό σου,
τὸν ἔλουζες, τὸν χτένιζες, στὸ δάσκαλο τὸν πάϊνες,
κι ὁ δάσκαλος τὸν ἔδερνε μὲ δυὸ κλωνάρια μόσκο,
μὲ τέσσαρα βασιλικό, μὲ πέντε μαντζουράνα, κτλ.

[Τοσαῦτα περὶ τοῦ υἱοῦ. Ἰδοὺ τώρα καὶ περὶ τῆς θυγατρός:]


Κυρά μ᾿, τὴ θυγατέρα σου, κυρά μ᾿, τὴν ἀκριβή σου,
γραμματικὸς τὴν ἀγαπᾶ, πραμματευτὴς τὴ θέλει,
κι ὁ δάσκαλος ἀπ᾿ τὸ σκολειὸ γυρεύοντας τὴν στέλνει.

Δημοσιευμένα στον ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΝ
(«Ἐφημερίς», 1 Ἰανουαρίου 1888, σελ. 6 β-γ.)


Σημειώσεις:
Για τον τελευταίο στίχο, ο Παπαδιαμάντης δεν θέλει να μιλήσει, και γι' αυτό -υπεκφεύγοντας- λέει: «Δὲν ἐνθυμοῦμαι δυστυχῶς τὴν συνέχειαν τοῦ ᾄσματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἤρχισε νὰ γίνεται περίεργον, χάρις εἰς τὰ τολμηρὰ διαβήματα τοῦ δασκάλου, ἀλλ᾿ εἰς τὸ μέλλον ἴσως δυνηθῶ νὰ συλλέξω πλείονα. Ἐπὶ τοῦ παρόντος εὔχομαι εἰς τὸν ἀναγνώστην ἐν ὑγείᾳ καὶ εὐτυχίᾳ τὸ Νέον Ἔτος.

Στὸ «Σημαδιακό» («Οἱ Μάγισσες», ἔκδ. Φέξη, σελ. 151), ἐκτὸς ἀπ᾿ τὴν ἰδιαίτερη ἐξύμνηση κάθε προσώπου τοῦ σπιτιοῦ, μᾶς δίνει ὁ Παπαδιαμάντης κι᾿ ἕνα ὡραῖο σκιαθίτικο δημοτικὸ τῆς Πρωτοχρονιᾶς, ποὺ περιλαμβάνει ὅλα τὰ παιδιά, τ᾿ ἀγόρια τὰ ξενιτεμένα στὸ πέλαγος καὶ στὴ βιοπάλη:

Κυρά μου, τὰ παιδάκια σου, κυρά μου, τ᾿ ἀκριβά σου,
καράβι τριοκάταρτο στὸ πέλαγο ἀρμενίζουν
καὶ μὲ τ᾿ ἀφέντη τὴν εὐχὴ γρόσα πολλὰ θὰ φέρουν.
Κι ὁ κὺρ Βορηᾶς τὰ κύματα φυσάει καὶ τὰ σπρώχνει.
Σπρῶχνε, Βορηά,τὰ κύματα, νὰ μὤρθει τὸ παιδί μου,
Τ᾿ ἀγαπημένο μου πουλὶ καὶ τὸ ξεπεταρούδι,
ἀνάθρεμμα τῆς ἀγκαλιᾶς, τῆς ξενιτιᾶς λουλούδι...»



ΠΗΓΗ

Η ακαδημαϊκή αυταρέσκεια, η οιονεί ακαδημαϊκή αυθεντία και τα κομματικά συνέδρια

Image result for εικόνες πανεπιστημια 

Αφιερωμένο εξαιρετικά σε μια σκέψη που ώδινεν, επί τον τύπον των ήλων.
 
Ειπώθηκε πως "Στην ποίηση, πρωταρχική σημασία έχει η ωραιότητα του λόγου, η οποία μάλιστα κάποιες φορές καθίσταται αυτοσκοπός".  

Γι' αυτό, και, αν τα ωραία λόγια δεν έχουνε και κάποιο σημαντικό μήνυμα, γρήγορα χάνουνε την λάμψη τους και την επίδρασή τους. Σαν ένα μπαλόνι που ξεφουσκώνει.

Απαράμιλλο ασφαλώς είναι το μεγαλείο της γλώσσας, αλλά χωρίς σκοπό, η γλώσσα δεν θα γεννιόταν ποτέ. Δεν είναι απλώς χρήσιμη, η γλώσσα. Είναι εργαλείο δημιουργίας. Έκφρασης και σχέσης. Επικοινωνίας. Ιστορίας και πορείας.

Ο προβληματισμός για την Επιστήμη, την Εκπαίδευση και την Παιδεία, την Αυτογνωσία δεν νοείται ασφαλώς χωρίς τον προβληματισμό για την  Παραγωγή της νέας γνώσης. Κι ο παιδαγωγός, θα πρέπει να μεταδώσει στον νέο που παιδαγωγείται, πως (όσα γνωρίζουμε και θέλουμε να του μεταδώσουμε μπορεί να είναι εξαιρετικά σημαντικά, αλλά) υπάρχει μπροστά του κι ο ορίζοντας  αυτών που ο ίδιος ο νέος θα ανακαλύψει, που θα του αποκαλυφθούν, και που ο ίδιος θα επινοήσει. Γιατί η γνώση δεν σταματά και δεν έχει όρια. Έχει μονάχα εμπόδια.

Είναι δυνατόν ο επιστημονικός λόγος να είναι ταυτόχρονα και παιδαγωγικός; Πάντα, θα έλεγα. Και μάλιστα, ασχέτως των προθέσεων του επιστήμονος και των συνθηκών εκφοράς του λόγου του.

Γιατί ο επιστημονικός λόγος αφορά την αναζήτηση, την διατύπωση ή την εύρεση της ακρίβειας και της πληρότητας. Των ορίων και της προοπτικής. Της αποκτημένης, αλλά και της παραγόμενης γνώσης.  Είναι ένας λόγος που δεν εκφέρεται σαν περιστασιακό στολίδι, αλλά ως όχημα της ανησυχίας ενός πνεύματος που σπιθίζει. Έτσι, ο επιστημονικός λόγος διαπαιδαγωγεί κι ο επιστήμων που μετέρχεται τον λόγο αυτόν, άγεται, άκων εκών, σε θέση παιδαγωγού. 

Ο συγγραφέας κειμένων για ειδική χρήση, λογικό είναι να επηρεάζει τους ειδικούς χρήστες.

Ο ρόλος του επιστημονικού λόγου, τώρα, "Με την ανάπτυξη του Διαδικτύου και τη δυνατότητα διακίνησης επιστημονικών ιδεών σε ηλεκτρονική μορφή", καθώς "πολλά επιστημονικά περιοδικά απαιτούν πλέον κάθε υποβαλλόμενο άρθρο να έχει ευρύτερη αναγνωσιμότητα, πέραν του αυστηρά εξειδικευμένου επιστημονικού κοινού στο οποίο το άρθρο πρωταρχικά απευθύνεται", γίνεται εναργέστερος. Κι είναι πια προφανές πόσο σημαντικός και αναγκαίος είναι ο λόγος του ειδικού που έχει οργανωμένη σκέψη, που έχει ικανότητα ελέγχου της λογικής των συνειρμών του και των συμπερασμάτων του. Και πόσο εικονική είναι η επίδραση του επιτηδευμένου κι επιτήδειου λόγου.

Θα συμφωνήσω πως "Η παραπάνω απαίτηση ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν ο επιστήμων ξεδιπλώνει τις γνώσεις και τις ιδέες του σε έντυπα ή ηλεκτρονικά μέσα μαζικής επικοινωνίας. Εκεί, απευθύνεται σε ένα ευρύτατο κοινό, το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του οποίου θα αδυνατούσε να κατανοήσει μία επιστημονική δημοσίευση του αρθρογράφου σε κάποιο επαγγελματικό περιοδικό. Έτσι, όταν απευθύνεται σε γενικό κοινό, ο επιστήμων οφείλει να είναι και δάσκαλος!"

Αξιοπρόσεκτος είναι ο προβληματισμός του Κ. Παπαχρήστου σχετικά με την "ανάγνωση σε ειδησεογραφικά φύλλα, ή σε sites του Διαδικτύου, κάποιων κειμένων ακαδημαϊκής φύσης στην περιοχή των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών" όπου " ο λόγος μοιάζει να υπηρετεί όχι τόσο τη διάδοση ιδεών και γνώσεων, όσο την αυτάρεσκη ανάγκη του αρθρογράφου να εντυπωσιάσει για την ευρηματικότητα των γλωσσικών του επινοήσεων. Έτσι, διαβάζουμε κείμενα στα οποία δεσπόζουν οι (συχνά ad hoc) νεολογισμοί και τα υπερ-σύνθετα λεκτικά σχήματα, αφήνοντας στο τέλος τον μέσο αναγνώστη να αναρωτιέται «τι θέλει να πει ο ποιητής» – κατά τη γνωστή έκφραση – αν όχι να αισθάνεται ολότελα ηλίθιος! Θα έλεγε κάποιος ότι απώτερος στόχος των ακαδημαϊκών αυτών είναι να εντυπωσιάσουν ο ένας τον άλλον μέσω δημόσια εκτιθέμενου λόγου, υπερθεματίζοντας αλληλοδιαδόχως σε ανούσια πολυπλοκότητα που οδηγεί, τελικά, σε νοηματική κενότητα".  

Και ευλόγως: Γιατί άλλο πράγμα είναι να γράφει κάποιος επιστήμων (φιλόσοφος κλπ) τις σκέψεις του και τις θεωρίες του, και να τις κάνει ένα βιβλίο ώστε να εκτεθεί και να προκαλέσει συζητήσεις και ζυμώσεις με αυτές τις απόψεις του, κι άλλο είναι όταν ο επιστήμων, και οι επιτηδευμένες ad hoc απόψεις του,  τίθενται ως γαρνιτούρα σε μια πολιτική πρόταση και ως όχημα για να καταπεισθούν κάποιοι να συνταχθούν με την πρόταση αυτή.

Ο Παπαχρήστου, αναλογίζεται πως, ίσως, "οι υπηρετούντες την ακαδημαϊκή εκπαίδευση διακατεχόμαστε στην πλειονότητά μας από ένα βαθύτερο, ανομολόγητο σύμπλεγμα. Αισθανόμαστε ότι ο «μύθος» μας απειλείται κάθε φορά που τολμούμε να γίνουμε κατανοητοί σε όσους δεν μοιράζονται την ίδια με εμάς επιστημονική εξειδίκευση. Έτσι, π.χ., ένα άρθρο σε κάποια ειδική περιοχή των μαθηματικών οφείλει να είναι δυσνόητο έως πλήρως ακατανόητο σε όποιον δεν διαθέτει ως ελάχιστη προϋπόθεση ένα διδακτορικό στην περιοχή αυτή!(...). Έτσι, πολλά δημοσιευμένα άρθρα τείνουν να μοιάζουν με αυτάρεσκα επαγγελματικά «ραβασάκια» που ανταλλάσσονται υπερήφανα από ακαδημαϊκούς, με απώτερο στόχο τον εντυπωσιασμό εαυτών και αλλήλων". Δεν θα τον αδικήσω. 

Πολλές δοκησισοφίες, με πολλές και προφανείς λογικές ανακολουθίες ενδύονται το κύρος του  ακαδημαϊκού μανδύα, αποσκοπώντας στην απορία, τον θαυμασμό και την αυτολύπηση των αναγνωστών, ως αδαών και απερίσκεπτων, ή ανίκανων αφεαυτών να κατανοήσουν τα μεγάλα ερωτήματα και να εντοπίσουν από μόνοι τους τις κατάλληλες απαντήσεις. 

Και θα θυμηθώ έναν παρα-δάσκαλο, έναν εξαίσιο άνθρωπο, έναν φροντιστή, που μας έλεγε, εκεί "στα άδυτα της ακατανόητης επιστήμης", "όταν βλέπετε μια διατύπωση που σας μετατρέπει σε βλάκες, προσπεράστε την! Βλάκας είναι μάλλον ο γράφων, ή τουλάχιστον νομίζει πως είναι έξυπνος, ενώ πρόκειται μόνο για επίδειξη". Ταχυδακτυλουργία δηλαδή. Το χειρότερο είναι, που στις μέρες μας, τέτοιους συναντάμε και σε κομματικά συνέδρια. Τάχα πως θα εξοπλίσουν τους κομματικούς με επιχειρήματα αδιάσειστα, για να λένε τα πολιτικά ψεύδη, που θα τους οδηγήσουν στην εξουσία, με περισσότερη επιδεξιότητα.

Ο Δάσκαλος διδάσκει με κάθε τρόπο της ύπαρξής του, όπου και να βρίσκεται, ό,τι και να λέει, όπως και να το λέει. 

Και θα συμφωνήσω απολύτως με αυτό που λέει ο Παπαχρήστου για τον ρόλο του δασκάλου,
  • που "είναι να φωτίζει τον δρόμο προς την αλήθεια, κι όχι το ίδιο του το πρόσωπο προς τέρψη του «εγώ» του και ικανοποίηση της ματαιοδοξίας του".
  •  Καθώς και με το ότι "οι σημαντικότεροι κριτές μας (...) είναι όσοι δίψασαν να μάθουν, μα τους αφήσαμε διψασμένους και με πρόσθετο το αίσθημα της αυτοαμφισβήτησης...
Κι όσο για τους "ποιητές", θα συμφωνήσω μαζί του πως (ανασφαλείς, ηττοπαθείς, ρομαντικοί ή ενθουσιώδεις, λυρικοί ή επικοί, ρεαλιστές ή σουρρεαλιστές) ό,τι και να πούνε, όπως και να το πούνε, αυτοί, δεν πρέπει να κρίνονται με τα συνήθη ανθρώπινα μέτρα, αλλά με μέτρα πέραν της κοινής λογικής, πέραν του παρόντος, του μέλλοντος και του παρελθόντος. Γιατί το νόημα της ποίησης υπερέχει και απέχει από τον χρόνο.  

Ασφαλώς και δεν είναι "Ποιητές", όλοι όσοι γράφουνε τις σκέψεις τους σε στίχους.

Η ποίηση, ζεί πέραν του χρόνου, και δίνει φωνή σε μια αναζήτηση που δεν έχει ακόμη αναδυθεί.

Και σε μια ύπαρξη με μοναδικό τάλαντο...