Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2014

Οι Μάνες μας φύγαν...


 


Τούτο το χρόνο πολλές μάνες εφύγαν. Είναι που κουραστήκανε, είναι που σώθηκαν οι δυνάμεις τους, κι είναι που δεν μας αντέξανε. Είναι που κι ο Θεός τις αγάπησε περισσότερο από μας. Ποιός ξέρει, γιατί άλλο.

Τασούλα μου, έχουμε την τύχη να φύγουν οι μάνες μας, γιατί σωθήκαν οι δυνάμεις τους. Γιατί τελειώσαν καλά, όλα τα έργα τους. Δεν θα θέλανε να τις δούμε ανήμπορες και κακογερασμένες.

Εξαγνισμένες από την πρόσκαιρη αρρώστεια τους, όλα τους τα λάθη χάθηκαν, κι όλα τους τα στραβά ισιώσανε, μπροστά στο άπειρο γλυκό, πονετικό, διαρκές, ακούραστο, προνοητικό, έργο προσφοράς τους, στον άλλο. Στον πόνο του, στην ανάγκη του, στην χαρά του.

Οι μάνες μας, σαν άνθρωποι δε θελήσανε να καρπωθούνε κόπους που δεν κάνανε και δόξα που δεν την κερδίσανε με την προσωπική τους μάχη. Στις επάλξεις, μέχρι την τελευταία τους στιγμή.

Τούτη την ώρα, που η μανούλα σου σ' αφήνει σπουδαία, μεγάλη και ικανή γυναίκα και μάνα, να έχεις, εσύ και η οικογένειά σου, και όλοι σας, την ευχή της.

Ήταν σπουδαία Μάνα, σπουδαίος άνθρωπος. Φιλότιμη στο έπακρο, στοργική για όλους, για καθέναν που τό 'χε ανάγκη (και για μένα), φιλόπονη και πρόθυμη για ό,τι χρειαζόταν στην κάθε στιγμή και συγκυρία. Με καθαρή ψυχή, και ήθος.

Άσε με, να ενώσω τα δάκρυά μου, με τα δικά σου, μπας και στα λιγοστέψω, και μαζί σου, να θρηνήσω, και να στείλω κι εγώ, στη Μάνα μου, τα χαιρετίσματα της αγάπης μου, και τον πόνο μου στην απουσία της, μέσα από το κλάμα μας και για τούτη, την τωρινή δική σου πληγή και απώλεια.

Τασούλα μου, καλή μου φίλη, δεν είσαι μονάχη. Έχω κι εγώ τον ίδιο πόνο, που μαζί μου τον σήκωσες, εκείνες τις πρώτες, τις δύσκολες ώρες. Είμαι τώρα μαζί σου, σου κρατάω το χέρι, και μοιράζομαι τα δάκρυά σου. Έλα να τιμήσουμε και να ν' αποχαιρετήσουμε και τη δική σου μανούλα, με το λυγμό μας και την αγάπη μας:

Μάνες,
μανούλες όλου του κόσμου,
και δικές μας,
η αγκαλιά σας, που ζεστά,
γλυκά μας κράτησε,
σιγά-σιγά παγώνει.
Η αγάπη που μας έδωσε
ο στοργικός σας κόρφος,
είν' εκείνο που σήμερα
την ψυχή μας στεριώνει.

Καλό σου ταξίδι μανούλα Ζαχαρένια,
τώρα θα σ' έχω στο μυαλό
γλυκειά μου μόνο έγνοια.
Η καρδιά μου θα σ' αναζητάει,
κι όσο κι αν κλαίει,
κι όσο κι αν πονάει
μονάχα η μνήμη θά 'ρχεται
την πόρτα να χτυπάει
και να μου παραστέκεται.

Μανούλα Ζαχαρένια, εκεί που πάς
με λουλούδια αγάπης και τιμής φορτωμένη
μη τα κρατήσεις όλα!
Δώσε και στη μανούλα μου,
την Αρετή,
χαιρετισμό και δάκρυ,
απ' το παιδί της το έρημο, εμένα
γιατί έτσι που εκείνη έφυγε,
έτσι κι εγώ, που μακριά της
εταξίδεψα, κι εστέριωσα,
τα μητρικά της τα φιλιά
δεν τά 'χω χορτασμένα.

Δεν ακουμπώ τη ράχη μου
σε κόρφο μητρικό κι αγαπημένο,
δεν με κρατεί στην αγκαλιά
λιμάνι πραϋμένο,
κύματα ολόκληρα βουνά
σπάνε στην κεφαλή μου,
και δεν ακούω τη φωνή
«επόνεσες παιδί μου;»

Μα της ζωής μας τώρα πια
μονάχες θ' αντικρύζουμε,
μπόρες και τρικυμίες
πικρά να σατιρίζουμε
με μητρικές παραβολές
μύθους και παροιμίες.

Μανούλα μου γλυκειά,
όλα μου τα 'δωσες,
όλα μου τά 'μαθες
μα το στερνό σου μάθημα
μονάχη θα μαντέψω.
Τώρα που μένω μοναχή
χωρίς δική σου απαντοχή,
δεν ξέρω πώς θ' αντέξω.

Σαν παιδί σου που είμαι, δεν βαστώ
να σε χάσω.
Δώσε μου μόνο,
την ευχή σου, Μάνα,
σαν μανούλα, κι εγώ
να σου μοιάσω.

Οι Ενεργοί Πολίτες και οι Πνευματικοί Ηγέτες


 

Διαβάζοντας κάποτε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο εδώ, με τίτλο “Χρειαζόμαστε ενεργούς πολίτες, όχι πνευματικούς ηγέτες!”, εντυπωσιάστηκα από την καθαρότητα του λόγου του αρθρογράφου. Οι προτάσεις του και οι θέσεις του, αδιαστίκτως σαφείς, πλην άκρως αυθαίρετες, και με το βεληνεκές που μπορεί να έχει η άποψη ενός νέου ατόμου, και όχι ενός νέου προσώπου.

Εξηγούμαι: Το άτομο ίσταται, παρίσταται και προσβλέπει στον εαυτό του, το πρόσωπο υπάρχει αφεαυτού, μέσω, χάριν και δια τους άλλους, σε σχέση, δηλαδή, με άλλους και κυρίως σε σχέση με το μέλλον και την προοπτική όλων.

Είναι εύλογο ασφαλώς ο νέος να βλέπει τον εαυτό του ως άτομο, αλλά η προοπτική του είναι να γίνει, να μετουσιωθεί σε, πρόσωπο.

Ο τίτλος του άρθρου με έκανε να σκεφτώ μια ισοδύναμη δήλωση: “Χρειαζόμαστε ηλεκτρική ενέργεια αλλά δεν χρειαζόμαστε τους μηχανισμούς παραγωγής της”.

Με αφορμή τον προβληματισμό του αρθρογράφου, αναλογίστηκα τότε, και βελτιώνω τώρα:

Ο ορισμός του διανοούμενου, δεν εξικνείται ασφαλώς σε εκείνον του πτυχιούχου κάποιας επιστήμης ή δοξασίας ή τέχνης. Ο φιλολογικός ορισμός του όρου ανήκει στους ειδικούς περί αυτό. Ο ουσιαστικός, όμως, προσδιορισμός της έννοιας του διανοούμενου εναπόκειται στην καλλιέργεια και την προσωπικότητα αυτού που τον χρησιμοποιεί και των κοινωνούντων προς αυτόν συνομιλητών περί του θέματος..

Εν προκειμένω, διανοούμενος, θα έλεγα, δεν είναι εκείνος που στοχάζεται γενικά και αορίστως (πώς θα διαφύγει, πώς θα οικονομήσει, γιατί δεν γίνονται τα πράγματα όπως θέλει, κλπ. παρόμοια), αλλά εκείνος που στοχάζεται την ουσία των πραγμάτων, προτείνει τρόπους, μοντέλα συμπεριφοράς, στόχους μη προφανείς, λύσεις σε προβλήματα μεθόδου και πρακτικής, στιγματίζει τα κακώς κείμενα και δεν βγάζει την ουρά του απέξω για να κρατήσει ισορροπίες και να αποκομίσει προσωπικά και λοιπά οφέλη, αλλά τοποθετείται και «εκτίθεται» με το ήθος, το λόγο και το έργο του. Αυτός είναι Δάσκαλος της κοινωνίας. Είναι ένας λαπάς, που δεν κάνει τίποτε, που έλεγε και ο Κούβελας (κάποτε υπουργός πολιτισμού). Ο διανοούμενος Σημαίνει. Σ' εμάς εναπόκειται να αποκρυπτογραφήσουμε το μήνυμα. Αν έχουμε τα προαπαιτούμενα. Την αίσθηση, τη διαίσθηση, τη διάκριση, το τάλαντο, τον ενδιάθετο πόθο εξόδου από το τέλμα και την αδιέξοδη πορεία.

Ο διανοούμενος είναι ρομαντικός, ασφαλώς. Με την έννοια ότι πιστεύει βαθειά μέσα στο είναι του, ότι αυτά που λέγει είναι αλήθεια και σωστά, κι όχι γιατί έχει μια πνευματική θολούρα. Δεν είναι αιθεροβάμων, γιατί αυτός έτσι ζεί, αυτά ποθεί η ψυχή του, αυτά ονειρεύεται και αυτά ευαγγελίζεται, δεν είναι φαντασιόπληκτος που δε γεύτηκε την ουσία των ονείρων του και των στοχασμών του (Καβάφης, Ελύτης, Γιανναράς, Κοντογεώργης, Καραμπελιάς, για να καταριθμήσω μερικούς, ακόμη και κάποιους συγχρόνους μας). Διανοούμενος δεν είναι όποιος αρθρογραφεί οπουδήποτε. Αυτός είναι πολίτης με ελευθερία διατύπωσης γνώμης.

Ο οργισμένος δεν μπορεί να είναι ο τύπος του διανοούμενου, γιατί η ταραχή των φρενών δεν επιτρέπει την διανόηση. Είναι ίσως κίνητρο η οργή, αλλά το κράτος της οργής δεν επιτρέπει άλλο “κράτος”. Οργισμένος μπορεί να είναι με τη δική του και της φάρας του την ολιγωρία, προ του κοινωνικού τους χρέους, αλλ' όχι προς άλλους. Ο διανοούμενος είναι νουνεχής και νηφάλια ενεργεί. Εξοργισμένος ίσως, αλλ' όχι οργισμένος.

Η απαισιοδοξία, ως στάση ζωής, νομίζω, ότι δεν μπορεί να είναι ίδιον του διανοούμενου, γιατί τα κακώς κείμενα είναι γι' αυτόν ελιξήρια πνευματικής ζωής και παραγωγής. Απαισιόδοξος είναι εκείνος που του φταίνε οι άλλοι, οι οποίοι τον αποδυναμώνουν, αδικούν τις απόψεις του και τον παραγκωνίζουν. Που τα βλέπει όλα να πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο και πως δεν υπάρχει αύριο. Αλλά αυτός, ο τόσο απελπισμένος δεν δύναται να “διανοηθεί” παρά -κυρίως- το άτομό του, και συνεπώς, ένας τέτοιος περιπαθής και εγωκεντρικός νάρκισσος διανοητής, δεν μπορεί να βρίσκεται στον κύκλο της διανόησης, όπως αυτή νοείται σε σχέση με τον κοινωνικό της ρόλο.

Δεν μπορούμε να συζητήσουμε για διανόηση αναφερόμενοι σε τύπους που τα ξέρουν όλα, που λένε ό,τι μπορεί να κάνει θόρυβο γύρω από το όνομά τους. Στην περίπτωση αυτή μιλάμε για κοσμικότητες.

Η ποίηση και κάθε τέχνη λέγεται ότι “στοχάζεται σε έναν φαντασιακό τέλειο κόσμο τον οποίο περιγράφει με αοριστολογίες”. Αυτός ο τρόπος που μπορεί να γίνουν αντιληπτά τα σημεία της διανόησης, δεν είναι παρά μόνο το επίπεδο του ακροατή που λαμβάνει το μήνυμα του ποιητή/διανοητή. Για παράδειγμα ο Ρίτσος, στο “Τραγούδι της αδελφής μου” λέει κάπου “... των στίχων τους κίονες να υψώσω...” και παρακάτω “...κι εγώ που δε δυνήθηκα να σε σώσω απ' τη ζωή θα σε σώσω απ' το θάνατο...”. Πιθανόν, κάποιος καλύτερος υπουργός πολιτισμού να μην έλεγε το Ρίτσο λαπά, και απλώς να αναρωτιότανε: Μα έχουν κολώνες οι στίχοι; ή πώς θα  γλυτώσει την πεθαμένη από το θάνατο; Ένας άλλος ακροατής του ποιητικού στίχου θα έλεγε: τόσο μεγάλη αγάπη είχε ο ποιητής στην αδελφή του, ώστε θέλει -με το ποίημά του- να την ανεβάσει ίσαμε τ' αστέρια! Ή ο ποιητής αγαπούσε και πόνεσε τόσο για την αδελφή του ώστε θέλησε να απαθανατίσει στο χρόνο και στον κόσμο αυτήν και την αγάπη του γι' αυτήν (και επί πλέον το πέτυχε!)

Ο διανούμενος δεν είναι δογματικός, ούτε ιδεοληπτικός. Οι παγκόσμιοι πόλεμοι, οι καταστροφές και το αιματοκύλισμα λαών δεν έγινε από διανοούμενους, αλλά από παρανοϊκούς πολιτικούς και στρατιωτικούς σε αγαστή συνεργασία με άρπαγες αλλότριων οικονομικών πόρων και εδαφών. Δηλαδή για λόγους συμφερόντων και ευκαιριών συμφερόντων. Συνέβη πράγματι διανοούμενοι να στηρίξουν τέτοια έργα, εξωνούμενοι, ή εξαναγκαζόμενοι, ή εκβιαζόμενοι. Δεν έλειψαν και οι εκούσιες προσχωρήσεις στη διαρπαγή και τη λαφυραγωγία. Ανθρώπινο το λαθείν και υποκύπτειν.

Ενας διανοούμενος, νομίζω ότι δεν μπορεί να είναι εν τοις πράγμασιν και πολιτικός ηγέτης, γιατί ο τελευταίος πρέπει να έχει τη δυνατότητα όχι απλώς προς το διανοείσθαι, αλλά κυρίως προς το αντιλαμβάνεσθαι τους πολίτες, την πραγματικότητα και την πορεία που πρέπει να λάβουν τα πράγματα και την πραγμάτωση των στόχων αυτών. Ο διανοούμενος θα μπορούσε να δώσει στον ηγέτη σημείο, στίγμα, στόχο, όραμα. Μέθοδο, συμβουλή. Δεν χρειαζόμαστε ποιμένες του κοπαδιού, χρειαζόμαστε πολιτικούς με πίστη σε αυτό που ευαγγελίζονται σαν πρόγραμμα (όχι πολιτικό πρόγραμμα που καταρτίζεται μετά από σφυγμομέτρηση των προτιμήσεων των πολιτών, αυτό είναι έρευνα αγοράς), χρειαζόμαστε πολιτικούς ικανούς, ακέραιους και δημιουργικούς.

Σήμερα δικαίως οι πολίτες δυσπιστούν στον κάθε παλαιόν -“πολιτικών” ημερών- δοκησίσοφο που εμφανίζεται ως σωτήρας. Γιατί άραγε δεν μας έσωσε μέχρι σήμερα; Γιατί φτάσαμε ως εδώ, αφού αυτός ήξερε πώς να μας σώσει;

Ασφαλώς και δεν είναι διανοούμενοι οι διαξιφιζόμενες τηλεπερσόνες που δεν επιτρέπουν στον ειδικό να ολοκληρώσει τη σκέψη του, και που οι ανταλλασσόμενες απόψεις εξαντλούνται στο ποιός θα κατηγορήσει περισσότερο τον άλλο. Ενώπιόν μας όλοι οι πολιτικοί είναι υπόλογοι για την κατάσταση της Χώρας. Όχι πως οι πολίτες δεν φταίνε. Φταίνε στο βαθμό που γνώριζαν ή ηδύναντο να γνωρίζουν. Αλλά, σίγουρα, εκείνος που έβαζε την υπογραφή γνώριζε, ή όφειλε να γνωρίζει, και κακώς δεν γνωρίζει..

Μια κοινωνία χωρίς ιεραρχία δεν είναι κοινωνία, είναι ζούγκλα. Αν ξεφύγουμε από την επιρροή των πνευματικών ανθρώπων και διδασκάλων θα υφιστάμεθα τις επιρροές των επιτηδείων και ιδιοτελών. Γιατί πάντα θα υπάρχουν επηρεαζόμενοι και πάντα θα υπάρχουν ατομικά-ιδιοτελή και, συνεπώς, αντικοινωνικά και αθέμιτα συμφέροντα. Και, δυστυχώς, πάντα θα υπάρχουν αχυράνθρωποι και επίορκοι στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος.

Αν οι επιλογές μας δεν υπαγορεύονται από κίνητρα που υπερβαίνουν το σήμερα και το εγώ, ποτέ ο τόπος και οι άνθρωποι δεν θα ευτυχήσουν. Γιατί η εξυπηρέτηση πολλών και ανεξάρτητων ατομικών συμφερόντων εξαντλεί το γενικό απόθεμα που θά 'πρεπε να διατεθεί για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Και τότε πάσχει ο κόσμος, που περιφρονείται και αδικείται, πάσχει και ο τόπος που φυλλορροεί και ιδιοτελώς καταληστεύεται εκ των ένδον.

Ο διορισμός σε θέση Προέδρου Συμβουλίου ή Επιτροπής, δεν αποτελεί και απόκτηση της ιδιότητας του πνευματικού ηγέτη, απλώς συνιστά επιλογή του κατάλληλου προσώπου στη διεκπεραίωση του έργου ή του κατάλληλου προσώπου στο κουκούλωμα του ερευνωμένου ζητήματος. Η πανεπιστημιακή καθηγεσία δεν συνιστά αυτοδικαίως διανόηση αλλά κυρίως καλή ειδική γνώση. Η δικονομο-λαγνεία δεν συνιστά απάντηση, αλλά φαλκίδευση της αναζήτησης της αλήθειας. Η ατιμωρησία δεν συνιστά απονομή δικαιοσύνης. Το προνόμιο του ανέλέγκτου δεν συνιστά ισονομία, και ο γκαιμπελισμός κατέληξε να συνιστά θεμιτή (για τον πολιτικό πολιτισμό μας) εξουδετέρωση του πολιτικού μας αντιπάλου.

Χρειαζόμαστε τους διανοούμενους για να μας θυμίζουν τις συνέπειες των επιλογών μας, που αυτοί μπορούν καλύτερα να τις βλέπουν και να τις προβλέπουν. Τους χρειαζόμαστε ακόμη και για να μας προτείνουν καλύτερα οράματα, από όσα η καθημερινότητα και η επιτακτικά αποπροσανατολιστική δράση, μας επιτρέπει να βλέπουμε.

Είναι ύβρις να απαξιώνουμε τον ικανό που οραματίζεται, επειδή έχουμε κι εμείς μάτια. Κάποιος ορά/βλέπει γιατί έχει μάτια, και κάποιος οραματίζεται γιατί βλέπει πέραν των ορωμένων δια των οφθαλμών. Η πανεπιστημιακή μόρφωση πολλών πολιτών δεν σημαίνει ότι αυτοί δεν έχουν τίποτε άλλο να μάθουν. Αν στο πανεπιστήμιο δεν μάθαμε ότι μπορούμε πάντα να μαθαίνουμε, και να μάθουμε και πολλά άλλα ακόμη, πέραν των όσων γνωρίζουμε ήδη, δεν μάθαμε στην ουσία το πιο βασικό πράγμα: Ότι η γνώση είναι ένας δρόμος που δεν τελειώνει ποτέ. Και η ατομική αυτογνωσία ένας στόχος που μπορεί να μην κατακτηθεί ποτέ. Και περαιτέρω, ότι η Εθνική αυτογνωσία είναι ένας στόχος που μπορεί να εμποδισθεί ή να ναυαγήσει, αν όλοι μαζί δεν συναινέσουμε να επαναπροσδιορίσουμε και να αποσαφηνίσουμε την εθνική μας ταυτότητα, αποκαθαίροντάς την από πιθηκισμούς, μαϊμουδισμούς, υποτέλειες, ραγιαδισμούς, μεγαλοσχήμονα αλαζονεία, εφιαλτικές συμπεριφορές, και δοσιλογισμούς.

Δεν είμαστε “φορείς μιας εύρωστης δημοκρατικής αρετής, για την οποία η συμμετοχή στα πολιτικά πράγματα έχει εγγενή αξία”. Το αντίθετο μάλιστα: Μεθοδικά και σιωπηλά, μας έχουν καταστήσει οχήματα, και λόγω του εκμαυλισμού μας, οι επιτήδειοι πραγματώνουν τα ιδιοτελή σχέδια προς πλουτισμό τους. Είμαστε τα υποζύγια που πληρώνουν το κόστος του πλουτισμού των, και επί πλέον, αυτοί παραμένουν ατιμώρητοι για την επαίσχυντη αυτή στάση και συμπεριφορά τους.

Είναι αναγκαίο πράγματι να είναι ο πολίτης ενάρετος. Αλλά αυτό δεν αρκεί. Πρέπει να είναι ενάρετος και στον δημόσιο και στον ιδιωτικό βίο του. Αυτός ο πολίτης θα επιλέξει και ενάρετους πολιτικούς. Γιατί αυτοί θα υλοποιήσουν το κοινωνικό πρόταγμα. Αν το πρόταγμά μας είναι η αρετή και η αλήθεια, το κοινωνικό πρόταγμα (οι εκλογές) προς τούτο θα κατατείνει. Αν ο ισχυρισμός μας είναι ψευδής, το κοινωνικό πρόταγμα θα κατατείνει αναλόγως.

(Παρακολοθώντας το σχετικό άρθρο στο επόμενο θέμα, που θίγει, σημειώνω:)

Η ελευθερία του λόγου σήμερα είναι κίνδυνος. Δίωξης, λοιδωρισμού, συκοφαντίας. Σήμερα η ελευθερία του λόγου τελεί σε ακήρυκτη καταστολή.

Η μεγιστοποίηση της ατομικής μας ελευθερίας, δεν είναι στόχος επιτεύξιμος. Γιατί είναι επιθετική, αντικοινωνική, εγωπαθής και ατομοκεντρική.

Αντίθετα, η ελευθερία είναι τρόπος ύπαρξης (κι όχι απλά δικαίωμα, σύμφυτο με τον άνθρωπο), εντός του κοινωνικού χώρου που λαβαίνει χώρα η γέννηση και η ζωή του προσώπου. Δεν εναποτίθεται ούτε στους ηγεμόνες, ούτε στις επιτροπές. Ο άνθρωπος γεννιέται στον κόσμο ως πρόσωπο, και γι' αυτό προστατεύεται ηθικά έναντι των άλλων, η ζωή, η υγεία, ο λόγος του και έκφρασή του, και τόσες άλλες εκφάνσεις της ύπαρξής του.

Η προσωπική ελευθερία που παρέχουν οι σύγχρονες πολιτείες, δεν ανάγεται σε πεμπτουσία του πολιτικού μας πολιτισμού για να μας δώσει τα όπλα να επιτεθούμε, προκειμένου να υπερισχύσουμε των άλλων, ακόμη κι αν οι εξουσίες τη χρησιμοποιούν για αυτοπραγμάτωσή τους και ιδιοποίηση των εξ αυτής ωφελημάτων.

Η σημασία της προσωπικής ελευθερίας που καταγράφεται στον καταστατικό χάρτη των χωρών, είναι μια τυπική έκφραση για να οριοθετηθεί ο νόμος και η εξουσία του επ' αυτής, και για να μας επιτρέψει να αναπτυχθούμε πνευματικά, επαγγελματικά και ηθικά ως προσωπικότητες. Απέχει όμως πολύ από το να είναι η πάνδημη συμμετοχή στη δημιουργία, τη χαρά, την παραγωγή, και τη συμμετοχή στα αγαθά και τις υπηρεσίες που έχει ανάγκη κάθε ψυχή.


Γι' αυτό οι πνευματικοί ηγέτες χρειάζονται. Για να φτιάξουν, να σφυρηλατήσουν, ψυχές και ήθος. Ελεύθερους και ενεργούς επ' αγαθώ πολίτες. Γιατί από τους άλλους έχουμε πολλούς. Περίσσευμα και για εξαγωγή.

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2014

Σύζυγος, ή Σύντροφος;


 
Οι λέξεις αυτές, σήμερα χρησιμοποιούνται, για να υποδηλώσουν το ίδιο πράγμα, παρόλο που υπάρχουν και διαφορετικές εκδοχές, για κάθε μια από αυτές. Όμως, δεν ήταν πάντα έτσι.

Η λέξη «σύζυγος» έχει την έννοια εκείνου που είναι ζεμένος τον (ή στον) ίδιο ζυγό μαζί με κάποιον άλλο. Θα μπορούσα να σκεφτώ το ζυγό, με τους δύο βραχίονες, που η ισορροπία του απαιτεί ισότητα βαρών. Κάτι σαν αυτό που απαιτείται και στο γάμο. Ισότητα βαρών και υποχρεώσεων. Και αμοιβαιότητα. Στην ευθύνη, στη συμμετοχή, στην αγάπη, στην προσφορά, στην υπομονή, στην συγγνώμη, στην περιχώρηση.

Ζυγός, δεν είναι μονάχα η ζυγαριά. Είναι και εκείνος που δένει το ζευγάρι μαζί, για να σύρουν από κοινού το άροτρο της καλλιέργειας και της σποράς. Είτε πρόκειται για την οικογένεια, είτε πρόκειται για τη γή, την καρποδότρα. Ένα τέτοιο ζευγάρι, απαιτεί, για την καλή του λειτουργία, ικανότητα και των δύο εζευγμένων.

Για τα ζώα, που είναι ζεμένα στο ζυγό για την άρωση της γής, απαιτείται σωματική ρώμη, υπακοή στα κελεύσματα και ικανός ζευγολάτης. Αυτά τα ζώα είναι ζευγάρι για μια συγκεκριμένη γεωργική εργασία.

Για το ανδρόγυνο, το πρόσωπο του γάμου, με τα δύο σώματα τα ίδια αισθήματα, σκέψεις και ζητούμενα, το ζευγάρι της ζωής και της οικογένειας, απαιτείται πρωτίστως πνευματική και ψυχική καλλιέργεια αμφοτέρων, ώστε να συνεννοούνται καλώς στα ζητήματα της ζωής, και εν ελευθερία επί το αυτό, να συμπληρώνουν αλλήλους, να προστατεύουν αλλήλους, να βοηθούν αλλήλους και, κυρίως, να αγαπούν και να φροντίζουν αλλήλους. Οι άνθρωποι αυτοί, ονομάζονται και είναι μεταξύ τους σύζυγοι. Ισορροπούν το ζυγό της ζωής απαραιτήτως μαζί και σύρουν τα βάρη και τις χαρές, τις ευκαιρίες και τα όνειρα της ζωής με την ίδια πρόθεση. Ζουν και φροντίζουν ο καθένας τον άλλον, και από κοινού φροντίζουν την οικογένειά τους και τη σχέση τους με τον κόσμο. Έτσι έμαθα. Και έτσι μου αρέσει. Δεν είναι όμως δεδομένο ότι ο καθένας θα συντύχει κάτι τέτοιο στη ζωή του.

Σήμερα, που σκέφτονται τα πόδια και περπατάει το κεφάλι (τόσο έχουν οι καιροί αλλάξει), δεν υπάρχει «σύζυγος». Γιατί ο όρος είναι υποτιμητικός. Ο ζυγός θυμίζει - λένε οι φωταδιστές - δουλεία, κι όχι συνταίριασμα κι αλληλοβοήθεια. Προβλήθηκε, λοιπόν,  στη  εποχή της παγκόσμιας τάξης, για πιο δόκιμος ο - χωρίς δεσμεύσεις - όρος, «σύντροφος». Γιατί αυτό ακριβώς θέλει η νέα εποχή. Συμπόσια. Δικά μας ή ξένα, όπου θα τρωγοπίνουμε με διάφορους. Και θα συνεστιαζόμεθα σε ξένες εστίες, με ξένα φαγώσιμα και υπηρέτες. (Από την εκδοχή του συν+τρέφ-ω,-ομαι).

Δεν μπορούμε να θεωρήσουμε νόμιμη την  εκδοχή από συν+τρέπ-ω, -ομαι. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το παράγωγο θά 'ταν ο (αποτρόπαιος) «σύντροπος».  

Καμμιά όμως, από τις  δυο εναλλακτικές ονοματοδοσίες, δεν ανταποκρίνεται  σ' εκείνο που παριστά μονοσήμαντα και επακριβώς η λέξη «σύζυγος», και που ανταποκρίνεται στους σκοπούς και στη λειτουργία ενός αληθινού γάμου.

Εξουσία χωρίς δύναμη, είναι δύναμη χωρίς σκοπό. Τί να είναι άραγε η δόλια εξουσία με μεγάλη δύναμη;


 

Γράφω στο Λόγιο Ερμή (εδώ), για τις αυτοαναιρετικές συμπεριφορές μας.
Των πολιτών και της Εξουσίας. Για τις σκοπιμότητες και τις λούφες από τις ευθύνες μας.

Γράφεται ακόμη, στο Λόγιο Ερμή (εδώ), για την προστασία του Δημοσίου συμφέροντος στη Δημοκρατία.

Ο σχετικός προβληματισμός διαρκώς εξαπλώνεται όλο και σε μεγαλύτερες, κοινωνικά, διαστάσεις. Είναι κοινή πια η αίσθηση ότι πρέπει να ξαναπροσδιορίσουμε τις βασικές έννοιες, για να μπορούμε να συνεννοηθούμε. Πολιτικά. Ως κοινωνία.

Δεν πρόκειται για βαρειά φιλοσοφία, ούτε για ιδιοτελή βολιδοσκόπηση (σφυγμομέτρηση). Πρόκειται για ανάγκη προς συναίσθηση, συνειδητοποίηση και κατανόηση των θεμελιωδών. Πρόκειται για ανάγκη προς συλλογικό και ατομικό αυτοέλεγχο. Ως προϋποθέσεις της συνεργασίας και της συνύπαρξής μας.

Ωστε η ασκούμενη πολιτική και εξουσία, που κάθε τόσο νομιμοποιούμε με την ψήφο μας, να συντηρεί την ύπαρξη και να υπηρετεί την προοπτική και την ανάπτυξή μας, ως χώρας, λαού και προσώπων, καθ' έκαστον.

Γιατί, τόσο οι άνθρωποι της εξουσίας, όσο και οι πολίτες, κρινόμαστε, όλοι, από τους στόχους και τις μεθόδους μας.

Κι όσο κι αν θέλουμε καμμιά φορά να κρύψουμε τα ελατήριά μας για κάποια παράξενα πράγματα που κάνουμε, αυτά αποκαλύπτονται από τις μεθόδους που χρησιμοποιούμε (ελιγμούς, διαφυγή ευθυνών, απόκρυψη λαθών, παραποίηση στοχείων προς παραπλάνηση του ελέγχου) και από τους στόχους που επιδιώκουμε να ικανοποιήσουμε (ίδιον ή ταξικό όφελος αντί του κοινού, αντίθεση σκοπού προς αποτέλεσμα, αποτυχία προβλέψεων). Σαν σε καθρέφτη.

Από το κακό, το μόνο καλό που έρχεται, είναι η ανάγκη να εργασθούμε καλύτερα και αποτελεσματικώτερα.

Γιατί το κακό, από μόνο του, δεν πάει πολύ μακριά.

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2014

Πώς να μεγαλώσετε το παιδί σας για να αλλάξουμε την Ελλάδα. Μα μήπως έτσι, θα τη βουλιάξουμε;



 

Ο Ν. Δήμου, εισηγείται με ένα άρθρο του εδώ (δείτε το), «την κατάργηση του σημερινού έλληνα και τη δημιουργία ενός νέου τύπου ανθρώπου...». Κι εγώ σχολιάζω, με τούτο το σημείωμα που δημοσιεύθηκε κι εδώ, την προτεινόμενη μέθοδο αφ' ενός, και το είδος του προσδοκωμένου αποτελέσματος αφ' ετέρου.

Βρισκόμαστε εδώ και καιρό σε μια αλλοπρόσαλλη οικονομική κατάσταση σαν χώρα, και σε μια αλλοπρόσαλλη κατάσταση σαν κοινωνία.

Εξηγούμαι:

Από τότε που ο Κώστας Καραμανλής κατάλαβε τα «κυβερνητικά σκούρα» και φρόντισε να απομακρυνθεί από την εξουσία, έχοντας ήδη φορτώσει τη χώρα με απροσδόκητα υψηλό δανεισμό σε αναντίστοιχα σύντομο χρονικό διάστημα, οπότε ακολούθησε η διακυβέρνηση του «λεφτά υπάρχουν» (λέγεται ότι ο τότε πρωθυπουργός, για κακή μας τύχη δεν είχε διαβάσει το ερωτηματικό που ακολουθούσε την επίμαχη φράση του λόγου του), δεν υπήρξε οικονομικό γιατροσόφι που να μην το κάνανε οι πολιτικοί μας.

Όπως όλοι μας γνωρίζουμε, εξ αμέσου και ιδίας πλέον αντιλήψεως, κανένα από αυτά τα γιατροσόφια δεν πέτυχε. Όχι μόνο γιατί δεν ήταν τα κατάλληλα, αλλά και γιατί εφαρμόστηκαν επιλεκτικά, μονομερώς, εκδικητικά κι εξουσιαστικά, τυχαία, ερασιτεχνικά και σε συμμόρφωση προς εκβιαστικές και απειλητικές απαιτήσεις των εταίρων-δανειστών. Για το καλό μας! Για τη μεταρρύθμιση της δόλιας και διαπλεκόμενης Ελλάδας!

Ποιος δεν θυμάται τον Παπακωνσταντίνου (τον πρώην υπουργό) να λέει «μη μιλάτε για κούρεμα, κάνετε κακό στην οικονομία!».

Ποιος δεν θυμάται τις διακηρύξεις για πάταξη της φοροδιαφυγής; Τι έγινε με τη λίστα Λαγκάρντ;

Ποιος δεν θυμάται τις περικοπές των αποδοχών; Ποιών αποδοχών; Εμείς δεν γνωρίζουμε τις «αποδοχές» πολλών κατηγοριών υπαλλήλων-στελεχών του Κράτους.

Ποιος δεν θυμάται τη διαφάνεια; Κανείς δεν γνωρίζει πολλά από όσα θα έπρεπε να είναι διαφανή. Ούτε τα θέματα των δεσμεύσεων της χώρας, τα οποία ψηφίζονται ως νόμοι σε σελίδες με το κιλό.

Τι γίνεται σε τούτη τη χώρα; Τι θέλουμε επί τέλους; Τι χρειαζόμαστε επί τέλους;

Ένας αξιόλογος Έλληνας διανοητής, ο Νίκος Δήμου, πρότεινε ένα νέο παράδειγμα. Ισχυρίζεται ότι απαιτείται σήμερα στον τόπο μας να γεννηθεί ένας νέου τύπου άνθρωπος, που «θα μεγαλώσει και θα διαμορφωθεί μέσα σε ένα Νέο «Παράδειγμα» (με την έννοια του paradigm του Thomas Kuhn) δηλαδή σε ένα νέο πλαίσιο αναφοράς. Που θα του δοθεί από μία νέα παιδεία».

Τα χαρακτηριστικά της νέας παιδείας του νέου αυτού τύπου ανθρώπου, του νεοέλληνα, τα καταριθμεί και τα εκθέτει περιληπτικά, στο παραπάνω άρθρο του.

Παραφράζοντας λίγο τις σκέψεις του, και βλέποντάς τες με το μάτι αυτού που έχει να διεκπεραιώσει τη δουλειά (βλέπετε μεγάλωσα παιδιά, και ψάχνω να βρώ το λάθος μου. Κι επειδή μπορεί να μου τύχει ν’αποκτήσω κι εγγόνια,) θέλω να καταλάβω τις προτάσεις ενός ανθρώπου, που έχει πετύχει στη ζωή του και να ιδώ πού μπορεί να με βγάλει η συνταγή του, για να μην ξανακάνω τα ίδια λάθη.

1.Το παιδάκι που θα κρατάμε στην αγκαλιά μας θα το μεγαλώνουμε σαν επιστήμονα. Δεν θα απομνημονεύει τίποτε, θα έχει πρωτοβουλίες και έτσι θα αποκτήσει την ατομική του εμπειρία. Θα απέχει από κάθε δογματική επιβολή ιδεών.

Η τοποθέτησή μου: Αυτό, με βάση την εμπειρία μου το βρίσκω δύσκολο. Γιατί μέχρι να φτάσει να σκέφτεται σαν επιστήμονας έχουμε περίπου δύο με δυόμισυ χρόνια, ίσα-ίσα για να μη βρέχεται πάνω του. Χρονικό διάστημα, στο οποίο, παρόλη την κούραση και την εξαντλητική επανάληψη (ώστε να λέει κουβεντούλες για τη στοιχειώδη επικοινωνία μας) θα το έχουμε τρελάνει στην απομνημόνευση, για το πώς και πότε λέμε το κάθε τι. Η απομνημόνευση των λέξεων και των φράσεων, μαζί με τη μίμηση των πράξεων, των κινήσεων και τρόπων των ατόμων που φροντίζουν το παιδάκι, είναι από τα πρώτα πράγματα που μαθαίνει ο άνθρωπος. Μετά, θα πρέπει να του διδάξουμε δράσεις και αντιδράσεις, συνεργασία, συμβίωση, σεβασμό των άλλων, πειθαρχία και «εργασία». Ασφαλώς και θα δεχθεί το δόγμα ότι οι γονείς είναι οι αρχηγοί και οι υπεύθυνοι της οικογένειας. Συνεπώς, σε καμμιά περίπτωση δε θα ζητήσουμε από το παιδί να πληρώσει το νοίκι ούτε να πλύνει τα πιάτα. Θα του ζητήσουμε όμως να μαζέψει τα παιχνίδια του και λοιπά αντίστοιχα έργα.

2. Στην εξάσκηση για τις νέες μεθόδους απόκτησης περιεχομένου, την ατομική προσέγγιση στο Διαδίκτυο με διατύπωση κριτηρίων ελέγχου και διασταύρωσης πηγών, την εκπόνηση εργασιών μέσα από συλλογική συνεργασία με συμμαθητές και καθηγητές μέσω διαδικτύου, θα έχω κάποιο πρόβλημα.

Η τοποθέτησή μου: Γιατί το παιδάκι που θα μεγαλώνω δεν θα αποκτήσει περιεχόμενο από τις σπουδές του. Θα ήθελα να το έχω βοηθήσει να αποκτήσει περιεχόμενο, πριν ακόμη πάει στο σχολείο. Θα ήθελα να ξέρει ποιος είναι, που βρίσκεται, τι κάνει, γιατί το κάνει, αν είναι σωστό να το κάνει. Θα ήθελα να ξέρει ποιά είμαι εγώ και η υπόλοιπη οικογένειά του, να βοηθάει στα έργα της οικογενείας κατά τις δυνάμεις και τις γνώσεις του, και να ενημερώνει για τις προτιμήσεις, τις αντιρρήσεις, τις διαφοροποιήσεις και τις αλλαγές που επιθυμεί σε συμφωνίες που κάναμε όλοι μαζί.

Μετά, θα μπεί και στο διαδίκτυο για να βρεί κι άλλα αξιόπιστα. Θα επιλέξει, θα επεξεργαστεί και θα αποδείξει, με όλους τους κανόνες της τέχνης τα αντικείμενα της γνώσης που επιθυμεί να αποκτήσει και θα κατακτήσει τα μυστικά της επιστήμης που επιθυμεί να υπηρετήσει. Ακόμη και να παράξει νέα γνώση, σαν ικανός που θα έχει πλέον καταστεί.

3. Είμαι καχύποπτη κ. Δήμου στην απαίτησή σας για κάθαρση της διδασκαλίας από τους διαδεδομένους εθνικούς μύθους και προσήλωση στα γεγονότα (και τη σταδιακή κατάργηση της «Δημόσιας Ιστορίας» προς όφελος της επιστημονικής)..

Η τοποθέτησή μου: Αν με ρωτήσετε γιατί, θα σας ειπώ ότι ο άνθρωπος πρέπει να γνωρίζει από πού έρχεται, προς τα πού θέλει να πάει και ποιους δρόμους διάβηκαν οι πρόγονοί του. Επίσης, πρέπει να έχει άποψη για τον κόσμο που τον περιβάλλει, για τα πολιτικά μυθεύματα που κυκλοφορούν, για τις οικονομικές απάτες, στενών και διευρυμένων κύκλων, για τα ιστορικά έργα των διαφόρων λαών, για τις ιστορικές επιδιώξεις των λαών, για την ιστορική διαδρομή των Ελλήνων, για τα ιστορικά λάθη και επιτεύγματα των Ελλήνων και όλων των άλλων λαών με τους οποίους συνεργάστηκε και προδόθηκε, συνεργάστηκε και επέτυχε, διαφώνησε πολιτικά και οικονομικά, και στρατιωτικά στη βάση εθνικών στόχων κυριαρχίας, ανεξαρτησίας, ελευθερίας και αυτοδιάθεσης. Αυτό επιθυμώ να το μαθαίνει και να το γνωρίζει το παιδάκι μου όχι μόνο όπως το λέμε εμείς, αλλά και όπως το λένε και οι άλλοι, για λογαριασμό τους. Να ξέρει ότι οι γερμανοί θέλουν τα δάνεια πίσω, κι έχουν δίκιο, αλλά δεν έχουν δίκιο όταν μας κλέβουν και μας εξοντώνουν σαν άτομα, σαν λαό και σαν κοινωνία κι αρνούνται να πληρώσουν τη ζημιά, την οδύνη και την αποκατάσταση της φθοράς μας.

4. Να δοθεί, ναι, έμφαση στην θεωρία της επιστήμης και την πρακτική της τεχνολογίας και ως περιεχόμενο και ως γνωσιοθεωρητική προσέγγιση. (Μπας και κάποτε διδαχθεί και στην Ελλάδα ο Δαρβίνος!).

Η τοποθέτησή μου: Ναι θα συμφωνήσω ότι δε χρειάζεται μόνο μια στείρα και ξερή θεωρητική γνώση. Χρειάζεται να τη βάλουμε για να δουλέψουν τα πράγματα. Να μάθουμε οικονομικά για τη διοίκηση του οίκου μας, όχι να λαβαίνουμε δάνεια για διακοπές ημετέρων, που θα πληρώνουν οι άλλοι. Όχι. Να μάθουμε και να κάνουμε οικονομικά σωστά, κι όχι για να βάζουμε τους τηλεοπτικούς παπαγάλους να λένε το μαύρο άσπρο προκειμένου να ξεγελάμε τους «χαζούς» και να κλέβουμε τον πλησίον μας.

Να διδαχθεί κι ο Δαρβίνος, όπως του πρέπει. Μπάς κι αποκαλυφθεί κάποτε ότι το ψέμμα τούτο, διαδόθηκε για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας κι ότι ποτέ δεν βρέθηκε αυστηρός αποδεικτικός λόγος, δεν αποδείχθηκε τούτο το δόγμα επιστημονικά. Γιατί, το ξέρετε ότι η θέση αυτή είναι εικασία αναπόδεικτη, Το λένε θετικοί επιστήμονες. Δεν το λένε οι ορθόδοξοι καλόγεροι κι οι θεολόγοι.

5. Διδασκαλία μίας ξένης γλώσσας σε βάθος, ως πρωτεύον μάθημα, από την πρώτη ως την τελευταία τάξη. Ο νέος Νεοέλληνας θα είναι (τουλάχιστον) δίγλωσσος.

Η τοποθέτησή μου: Ασμένως, δεκτή εισήγηση. Ο καθηγητής της ξένης γλώσσας να κάνει δουλειά και να μη την αφήνει για το φροντιστή. Και στα πλαίσια του μαθήματος τα παιδιά να μαθαίνουν την ξένη γλώσσα μέσα από τη λογοτεχνία, για να νιώθουν τους άλλους λαούς, στα προβλήματα και τα οράματα, τα βάσανα, αλλά και τις λύσεις που βρίσκουν σ’ αυτά..

6. Όσοι έχουν πραγματική κλίση στα ανθρωπιστικά ή τις τέχνες, να διαχωρίζονται τα τελευταία χρόνια και να εξειδικεύονται. Αλλά να μαθαίνουν ουσιαστικά πράγματα. Π. χ., τα Αρχαία σαν ζωντανή γλώσσα. Να τα γράφουν και να τα μιλάνε. Ή να παίζουν ζωντανή μουσική.

Η τοποθέτησή μου: Η κλίση που δεν καλλιεργείται ατονεί και χάνεται. Γι’ αυτό δε φτάνει μόνο η κλίση, που την κράτησε ζωντανή η μάνα κι ο πατέρας, στο σπίτι. Η κλίση πρέπει να γίνεται κλήμα, κλήση. Πρέπει να στοιχειώνει την ψυχή που μέσα της γεννήθηκε. Για το λόγο τούτο χρειάζεται σχολειό, σχολειό ανοιχτό. Όχι κατειλημμένο, όχι σε ολοήμερες/πολυήμερες στάσεις εργασίας. Και χρειάζεται Δάσκαλος. Ποιητής ανθρώπου. Και όραμα, και ποίηση διδακτική, Δε χρειάζεται δασκάλα που θα «κλείσει» (!) τα ονόματα και τα ρήματα. Χρειάζεται και τούτο, για να μιλάνε τα παιδιά σωστά τη γλώσσα που τους έδωκε ο γονιός τους κι η πατρίδα τους (γιατί γονιός είναι κι η πατρίδα που στην αγκαλιά της γεννηθήκανε). Και μάλιστα ο δάσκαλος χρειάζεται να μυσταγωγεί τους νέους στα θεία νάματα της υψηλής ποιητικής τέχνης και του θεατρικού λόγου της γραμματείας μας, του φιλοσοφικού στοχασμού και της πεζογραφίας μας που τόσα μας έχει ειπωμένα, στο διάβα των χιλιετιών που οι ανθρώποι του τόπου μας σκέφτονται και γράφουν, τόσα που ακόμα δεν τά ‘χουμε όλα διαβάσει ούτε μάθει οι νεώτεροι.

Απεναντίας, οι ταγοί μας, μας διδάξαν πώς να ξεγελάμε τους απέναντι, πώς να τους ξεπερνάμε όταν κινούμεθα παράλληλα στο δρόμο, πώς να μην πληρώνουμε τους φόρους του αυτοκινήτου μας βάζοντας ψεύτικες πινακίδες, και να λέμε «ξέρεις ποιος είμαι» όταν πάει ο αστυνομικός να καταγράψει την παρανομία μας. Και άλλα παρόμοια μας ‘μάθαν οι ταγοί μας.

7. Κι όσο για την παραίνεσή σας: έμφαση στην ατομική κριτική σκέψη. (Για να πάψουν τα τρία τέταρτα των Ελλήνων να πιστεύουν σε θεωρίες συνομωσίας).

Η τοποθέτησή μου: Διαφωνώ απολύτως, κ. Δήμου. Δεν μας χρειάζεται η ατομική κριτική σκέψη. Αυτή θα κάνει τους υπολογισμούς των ατομικών συμφερόντων, της ήσσονος ατομικής προσπάθειας, του μεγαλύτερου ατομικού κέρδους και της μικρότερης ατομικής θυσίας.

Αυτό που χρειάζεται εδώ, δεν είναι σκέτη η ατομική κριτική σκέψη. Είναι κυρίως η υπευθυνότητα και εντιμότητα των αρμοδίων. Η ικανότητα των επιφορτισμένων με τα διάφορα έργα. Η αρμοδιότητα του καθενός σε ορισμένα αντικείμενα.

Κι όχι όλοι να έχουν άποψη για το πώς θα πληρώσουν κάποιοι αρκεί μόνο να μην πληρώσουν αυτοί που θα αποφασίσουν. Γιατί τότε, ακόμη κι αν δεν υπάρχει καμμιά συνωμοσία, είναι σαφές, τι ακριβώς θα πιστεύουμε: Ότι κάποιοι θέλουν να εξοντώσουν κάποιους άλλους, και γι’ αυτό δεν μοιράζουν τα βάρη δίκαια, και γι’ αυτό κρατάν την εξουσία πάντοτε οι ίδιοι, έστω και με διαφορετικούς συνεταίρους, κλπ.

Βλέπετε η λογική έχει πλοκάμια συλλογισμών. Τα συμπεράσματα μπορεί να μην είναι μονοσήμαντα. Οι εκβάσεις των πραγμάτων μπορεί να μην τείνουν σε ένα ναι ή ένα όχι, αλλά να υποδηλώνουν δυναμική, να απαιτείται επιλογή και επομένως κατάργηση ενδεχομένων.

Η τοποθέτησή μου, εν κατακλείδι: Και σίγουρα δεν χρειαζόμαστε το σχολείο που έχουμε, γιατί αυτό έφτιαξε τους πολίτες, τέτοιους που είμαστε σήμερα. Και δεν χρειαζόμαστε τους σχολικούς καθοδηγητές που είχαμε μέχρι σήμερα, γιατί με τις ευλογίες τους συνωστισθήκαμε στα ταμεία ως άνεργοι, στις τράπεζες ως υποψήφιοι οφειλέτες, στα δικαστήρια οφειλέτες και καταχρεωμένοι, αδυνατούντες να πληρώσουμε. Βρεθήκαμε ανίκανοι να επιχειρήσουμε, να διοικήσουμε, να δικάσουμε, να κυβερνήσουμε, να διαπραγματευθούμε, να εμπορευτούμε, να πορευτούμε, να κυβερνήσουμε το σπίτι μας, ακόμη και να διαλέξουμε το σύντροφό μας.

Όχι κ. Δήμου, η ανοιχτή σκέψη του «ναι σε ό,τι μας υποβάλλουν οι διαφημιστές, οι προπαγανδιστές, οι πρεσβευτές αλλοτρίων συμφερόντων, στρατηγικών και πολιτικών», δεν θα κάνει την κοινωνία ανοιχτή. Θα την κάνει έρμαιο του κάθε περαστικού, του κάθε ζήτουλα, του κάθε επιτήδειου, του κάθε ξεδιάντροπου, του κάθε ισχυρού, εκβιαστή κι εγκληματία.

Όπως δεν βάζουμε στο σπίτι μας τον καθένα, παρά μόνο μετά από σκέψη, φροντίδα και μετά από συμφωνία με τους δικούς μας για τον κατάλληλο τρόπο και χρόνο, έτσι και στην κοινωνία. Τα πάντα μπορεί να συμβαίνουν, δεν έχουν όμως όλα τα πράγματα τη συναίνεσή μας. Ασφαλώς πρέπει να έχουμε σεβασμό στους άλλους ανθρώπους, αλλά θα πρέπει να απαιτούμε να μας σέβονται και οι άλλοι. Τουλάχιστον στα πλαίσια της αμοιβαιότητας.

Γι’ αυτό οι νέοι πρέπει να μάθουν να εργάζονται, πρώτα για τον εαυτό τους. Να μάθουν για να «μορφωθούν», να μάθουν να συνυπάρχουν, να είναι αλληλέγγυοι, να συνεργάζονται και να συμβάλουν, να συνεισφέρουν, να διορθώνουν τα λάθη τους και να συμμορφώνονται με τους κανόνες. Να είναι ελεύθεροι και να καταβάλλουν το τίμημα της ελευθερίας τους.

Δεν χρειαζόμαστε άτομα σ’ αυτόν τον τόπο κ. Δήμου. Έχουμε ήδη πάρα πολλά. Χρειαζόμαστε Ανθρώπους. Χαριτωμένους. Έμφρονες. Συνειδητούς. Με αντοχή, με ρίζες, με όραμα, με γνώση, με ικανότητα, με χιούμορ, με έμπνευση, με φιλότιμο.

Η επιθυμία των γονιών για μόρφωση των παιδιών τους, όπου αυτοί δεν αρκούσαν, δημιούργησε τα φροντιστήρια. Έτσι γινόταν από πάντα εδώ. Έτσι έκανε και η αρχαία Αθήνα. Όμως, οι ειδικοί  που απόκτησαν την «ατομική κριτική σκέψη» (του είδους, που ευαγγελίζεσθε κ. Δήμου, ως αναγκαία), έδωσαν τη δική τους ερμηνεία και μετέτρεψαν σε βιομηχανία πλουτισμού τους την ανάγκη των νέων για μόρφωση και εμπέδωση.

Στην κοινωνία που θέλετε να χτίσετε κ. Δήμου, ζητάτε να αλλάξετε τους πολλούς, ενώ θα έπρεπε να ζητάτε να αλλάξουν τα προτάγματα της κοινωνίας, και αυτοί που τα υλοποιούν.

Οι Έλληνες πολίτες, με κάποιον τρόπο, επιβιώνουν. Μπορεί να επινοήσουν απίθανους τρόπους. Αλλού υπάρχουν οι δυσκολίες.

Απίθανα πολύ δυσκολεύεται εκείνος που δεν εργάστηκε ποτέ του για να φέρει στο τραπέζι του το ψωμί της οικογενείας του. Τι προτείνετε γι’ αυτούς;

Αν πάλι εξακολουθείτε να πιστεύετε ότι αυτός που πρέπει να αλλάξει σε τούτον τον τόπο είμαστε όλοι εμείς οι έλληνες, τότε κ. Δήμου βιαστείτε! Το νέο ΕΣΥ θα πρέπει να διενεργεί μαζικές λοβοτομές, μπάς και χάσουμε και τα υπόλοιπα από τα βασικά, αφού με τόσο πόλεμο εναντίον μας, τόση ληστεία και χρεωκοπία, τόση προπαγάνδα, εκβιασμούς απειλές και πιέσεις, διατηρούμε έστω μιαν ικμάδα του πνεύματος και της σκέψης μας.

Το μοντέλο σας δεν έχει οικογένεια, δεν έχει παιδιά, δεν έχει γερόντους, δεν έχει γιατρούς, δεν έχει ασθενείς, δεν έχει δικηγόρους, δεν έχει δανειστές, ούτε οφειλέτες. Δεν έχει σύνορα, παραγωγή, εμπόριο, καταστροφή της παραγωγής, ούτε φύλακα της χώρας το στρατό και τις ένοπλες δυνάμεις. Δεν έχει καταχρεωμένες επιχειρήσεις και αυτοκτονούντες. Το μοντέλο σας έχει μόνο τεχνοκράτες, εργαζόμενους και πολιτικούς. Έχει μόνο οικονομικά ενεργούς και ικανούς. Δεν είδατε και τους συνωστισμένους έξω από την πόρτα μας που πλειοδοτούν στη μειοδοσία για την απόκτηση των χρυσαφικών μας.

Δεν είναι κακό να ονειρεύεται κανείς. Μόνο που πρέπει να σκεφτεί τι θα γίνει σαν ξυπνήσει.

Πολλά παρόμοια όνειρα κάναμε όλοι σαν ήμασταν νέοι, άπειροι και αδοκίμαστοι στον κόπο, τη θυσία, τη ματαιότητα, την επανάληψη των προσπαθειών. Στο δρόμο για να σαρκώσουμε αυτά όνειρα είδαμε πως τα όνειρα δεν είναι ποτέ ορθολογικά. Ορθολογικό είναι ένα πλάνο. Αλλά η ζωή δεν είναι πλάνο. Είναι κεραυνός και αστραπή, είναι γέννηση και θάνατος, είναι επιθυμίες και συμφέροντα. Είναι εμπόδια, και ανατροπές. Είναι έγκλημα και τιμωρία, είναι κι έγκλημα χωρίς τιμωρία.

Γι’ αυτό αποφασίσαμε πως ο καθένας πρέπει πρώτα-πρώτα να φτιάχνει τον εαυτό του, κάθε μέρα, (όχι κάθε δεύτερη μέρα) κι όλοι μαζί να αναζητήσουμε τον ηγέτη που ταιριάζει στα όνειρά μας.

Κανείς δεν θα μας αλλάξει. Εμείς θα αλλάζουμε γιατί το επιλέγουμε, και κάποιος θα μας εμπνεύσει ή θα μας πείσει πως το δικό του όνειρο ταιριάζει με το δικό μας και τότε μπορεί να πορευτούμε αντάμα.

Μπορείτε να είστε και σεις; Χρειαζόμαστε όλους τους δυναμικούς ανθρώπους. Αλλά δεν χρειαζόμαστε σωτήρες.

Τους δοκιμάσαμε και είδαμε, πως είναι κι αυτοί φθαρτοί. Καμμιά φορά, μάλιστα, ήδη φθαρμένοι-αλλά καλογυαλισμένοι- ασήμαντοι άνθρωποι.

Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2014

Πολιτικό σύστημα: εστία μόλυνσης και σήψης


 
Το πολιτικό μας σύστημα, είναι βέβαιο ότι -γεμάτο καρκινώματα- δεν μπορεί πια να μας υπηρετήσει και να εκπληρώσει το λόγο της πολιτικής ύπαρξής του.
 
Υπηρετεί μόνο τον σαπισμένο  εαυτό του και πολλαπλασιάζει τα καρκινώματά του. 
 
Ταυτόχρονα, οι χαίνουσες πληγές του, αποτελούν εστίες θανατερού μολυσμού, όσων εξακολουθούν να το στηρίζουν, να το υπηρετούν, ή να νομίζουν ότι υπηρετούνται από αυτό, και να αφαιρούν από όλους μας κάθε προοπτική.

Ένας Έλληνας του εξωτερικού ο Nicolas Kaloy (Kaloyeropoulos), ένας διανοούμενος, που είχε την τύχη, η μόρφωση και οι ικανότητές του να ανθίσουν σε ξένο τόπο, μιλάει για το θέμα αυτό. Και είναι καταιγιστικός.

Δείτε το σχετικό βίντεο εδώ.

Είναι καλύτερα, από το να αναπλάσω εγώ για σας, τα λόγια του και την εμπειρία του.

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2014

Σμαράγδα: Ένας ξεχωριστός Άνθρωπος. Ένας πολύτιμος λίθος στο οικοδόμημα της σχολικής αγωγής.


 
Χειμώνιασε, κι οι καρδιές μας παγώνουνε χωρίς εσένα. Ήτανε άνοιξη, όταν πέταξες από κοντά μας, έτσι ξαφνικά, έτσι απρόσμενα, κι άδεια μας άφησες τη θέση σου στην Εκκλησιά και στη ζωή μας. Στην Εκκλησιά, εκεί που μ' ένα νεύμα σου, μας καλωσόριζες όλους.

Μια μέρα πριν, έχασα κι εγώ τη μάνα μου. Τόσες απώλειες ζωής, μαζεμένες!

Με τρόπο απίστευτο μας άφησες όλους, την οικογένειά σου, τους μαθητές σου και τους φίλους σου. Έτσι, εν μια ριπή.

Κυρία Σμαράγδα, Αγαπημένη μας Δασκάλα,

Σε είδα σαν τον πολυτιμότερο λίθο στο οικοδόμημα της σχολικής αγωγής των παιδιών μου και των παιδιών που περάσανε από την αγκαλιά σου. Κι ο θρήνος μου, για την απώλειά σου, μ' έκαμε να απευθύνω στην οικογένειά σου, δυο λόγια μνήμης, ευγνωμοσύνης και συμπαράστασης.

Σαν τ' άκουσα πως έφυγες, βουβά άφηνα τα δάκρυά μου να σε συνοδεύουν, ενώ η σκέψη μου, βήμα-βήμα ξανάκανε το δρόμο που κάναμε όλοι μαζί τόσα χρόνια. Εσύ μπροστά, κρατώντας τα παιδιά μου από το χέρι, ξωπίσω σας εγώ. Σας έβλεπα, να περπατάτε μαζί τα χρόνια του πρώτου τους Σχολείου, και σου σιγοψιθύρισα:

»Σήμερα, που ξεκίνησες το μεγάλο σου ταξίδι,
εκεί που οι δίκαιοι αναπαύονται,
και οι καλώς αγωνισάμενοι τερματίζουν,
καταθέτω στη μνήμη σου,
τα άνθη του πόνου, τώρα που φεύγεις,
και τα άνθη της αγάπης
που το ταξίδι της ζωής σου μου χάρισε:


»Κυρία Σμαράγδα, Δασκάλα μας,
Δεύτερη Μάνα
των μικρών μου γιών,
που ήρθανε στην αγκαλιά σου,
στη στοργική σου τη ματιά
για να τους δείξεις
τον ανήφορο της γνώσης
πώς να μάθουν να τραβάνε.

»Εκεί, σε βρήκα στήριγμα,
παρηγοριά και άστρο.
Ήτανε δύσκολο πολύ,
μικρό παιδί να μάθεις
να κάθεται, να εργάζεται,
να μάθει να μιλάει για κείνα
τα περίεργα, ασυνήθιστα
που ήτανε γραμμένα.

»Και σύ τα πήρες στοργικά,
μ' αγάπη τα φωτίζεις,
τά 'μαθες να εργάζονται,
προσεκτικά ν' ακούνε,
να γράφουν, να διαβάζουνε,
με στόμφο να μιλούνε,
στις περιστάσεις της γιορτής.

»Το πιο ακριβό πού έχτισες
στην παιδική ψυχή τους,
ήταν η αγάπη της γιορτής,
της ιστορίας η μνήμη,
μα και του Θεού,
Χριστούγεννα, Ευαγγελισμός,
σαρακοστή, της Μάνας την ημέρα.

»Τά 'μαθες τα πολύτιμα
πώς να τα εκτιμούνε,
και πώς τα πολυφίλητα
να μη δυσαρεστούνε.

»Τά 'μαθες με τα χέρια τους
να φτιάχνουνε το δώρο,
που ήθελε μου φέρουνε,
για να με αγκαλιάσουν
σαν καταφύγιο της ζωής,
και σαν πηγή αγάπης.

»Πάντα κρατώ τη ζωγραφιά
που μού 'φερε ο γιός μου,
μαθητής στην πρώτη τάξη
με ένα μήνυμα χαράς,
μήνυμα ευχαριστίας,
που τού 'πες σα δασκάλα του
πώς να τιμά τη μάνα του.
Και έκαμε τη συμβουλή σου πράξη.

»Τά 'μαθες πως το είναι τους
την πεθυμιά, την τεμπελιά,
πρέπει να υπερβαίνει,
τά μαθες για το αύριο
το εύγε να ποθούνε,
αν θέλουν άνθρωποι
σωστοί, μια μέρα να ειπωθούνε.

»Πώς να ευχαριστήσω,
με ποιά λόγια
να παραστήσω -τούτη την ώρα-,
την ευχαριστία μου
για την ύπαρξή σου στη ζωή μου,
για τη συνάντησή μας,
για την αγκαλιά σου,
για τη ματιά σου,
την παιδαγωγική και στοργική,
για τη μητρική σου
αγάπη στο πρόσωπό μου,
για τη φιλική σου διάθεση
στην ανάγκη μου για συμβουλές,
για τη διδακτική σου παρουσία,
όπου υπήρχες,
όπου πήγαινες,
από όπου περνούσες.

»Ακόμη κι όταν πια
το δρόμο της ζωής του
ο γιός μου ξεκινούσε,
και κείνη την ώρα,
με μια καρδιάς αφιέρωση,
κι ένα δώρο Δασκάλου,
εξακολουθούσες να του δείχνεις
το δρόμο τον καλό.
Μέσα από το Λόγο του Θεού.

Κυρία Σμαράγδα,

Δεν μπορείς πια να φύγεις από τη ζωή μας,
γιατί σημάδεψες την οικογένειά μας,
με την αγάπη σου και με την προσφορά σου.
Πάντα θα σε σκεφτόμαστε,
και θα σ' αποζητούμε,
Φάρος έγινες για τη ζωή
και το δρόμο μας.

Κι εσείς, αγαπημένοι της,
Κύριε Δημήτρη,
Χαρούλα, Κωστή και Νίκο,

Χάσατε τη συντροφιά και τη Μητέρα σας,
κι εσείς, αγαπημένα κι ακριβά της αδέρφια,
χάσατε τον πιο αγαπημένο
συνοδοιπόρο ζωής, συνοδοιπόρο
από την ώρα που είδατε το φώς του ήλιου,

όμως, να ξέρετε,
από τούτη τη δύσκολη ώρα,
και για πάντα,
πως, αφού είχατε την τύχη
να ζήσετε μαζί της
τίποτα στη ζωή δεν είναι πιο πολύτιμο
από την τιμή και την αγάπη που σας έδωσε,
κι από τη μνήμη,που κρατήσατε για κείνην.
Κι έχετε ακόμη
την τιμή και το σεβασμό όλων μας,
για την τύχη που είχατε, να ζήσει
Η Δασκάλα μας
στους κόλπους των οικογενειών σας.

Σας εκφράζω
τη βαθύτατη οδύνη μου γι' αυτή την απώλεια.
Απώλεια για όλους μας.
Κι εύχομαι, ο Κύριος να παραμυθίσει τον
απρόσμενο κι αβάσταχτο αυτό πόνο σας,
όπως μόνο εκείνος γνωρίζει.


Δεχθείτε τα συλλυπητήρια,
τα δικά μου
και όλης της οικογενείας μου