Τρίτη, 10 Μαΐου 2016

Μια επέτειος. Ένας δρόμος, μια ζωή...


Image result for εικόνες ανθοδέσμη 

Είμαι πίσω από ένα παράθυρο, και κοιτώ έξω στο δρόμο, που ψιλοβρέχει, στην οδό Καίμπριτζ ... Βρίσκομαι στην Αμερική, όπου είναι προσκεκλημένος o καλός μου, για κάποιες διαλέξεις στο ΜΙΤ και στο Brown Univ., κι εγώ τον περιμένω να γυρίσει. Έχει κι ένα ψοφόκρυο (θερμοκρασία στους 8 βαθμούς Κελσίου), που με τίποτα δεν θά 'λεγες πως είναι Μάης. Κι όμως είναι Μάης. Πώς περάσανε τόσα χρόνια!

Πάντα τον περιμένω να γυρίσει. Άλλοτε από τα γεωγραφικά ταξίδια του στον κόσμο, κι άλλοτε από τα πνευματικά του ταξίδια, στον κόσμο της επιστήμης, ή από τα ταξίδια του στο χρόνο. Εκεί που ετοιμάζει, "εξασκεί" και "προπονεί" νέους για να γίνουν αληθινοί επιστήμονες. Για το καλό το δικό τους, τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο, αλλά και για το καλό της επιστήμης. Τέλος, αλλά όχι τελευταίο, και για το καλό της πατρίδας τους. Γιατί η πατρίδα μας έχει μεγάλη ανάγκη από ικανά πρόσωπα, σε όλους τους τομείς, που να την τιμάνε και να την φημίζουνε ταυτόχρονα, και τούτα τα πρόσωπα πρέπει διαρκώς να αυξαίνουν, κι όχι να μειώνονται.

Ασφαλώς, όλες οι πατρίδες είναι σπουδαίες και αξιοσέβαστες, αλλά η δική μας η πατρίδα, έτσι όμορφη και ιστορημένη που είναι, τραβάει πολλά μάτια πάνω της. Κι όσοι την ορίζουν, την προστατεύουν, την φυλάνε ή την εξουσιάζουν, πρέπει νάχουνε πολλά ιερά και όσια στηρίγματα, για να μην την βάζουν σε κινδύνους και περιπέτειες. Πρέπει να τη φυλάνε σαν πολύτιμο και αναντικατάστατο αγαθό. Σαν αγαθό που θα τους χαρίσει φώς και αιωνιότητα. Αλλιώς, υπάρχει μεγάλος φόβος, να σταθεί σαν ένα ακριβό κληροδότημα, που θα χαθεί στην πρώτη τους αστοχία. Κι ύστερα πια, θάναι αυτοί οι αποδέκτες της οργής του χρόνου που θά'ρθει, χωρίς μια τέτοια πατρίδα. Σαν ανάξιοι κληρονόμοι, και σαν πολίτες ανυπόληπτοι.

Και τούτοι οι κύκλοι των επωαζόμενων νέων επιστημόνων, αρχίζουν και τελειώνουν ασταμάτητα. Δεκάδες είναι οι νέοι, άνθρωποι με όνειρα, αρχές και αξίες, στα τριάντα τόσα χρόνια της ατέρμονης αυτής επιστημονικής κυοφορίας, που όταν τους γνώρισα ήσαν άφτερα πουλιά, που ακόμη δεν είχανε φύγει από κάτου από τις φτερούγες της μάνας τους, και που γίνανε με κόπο χρόνων, και όνειρα και ζήλο, πολύ καλοί επιστήμονες, και πανεπιστημιακοί σε τόσα πανεπιστήμια κι επιχειρήσεις, εδώ και στο εξωτερικό, να τιμάνε την πατρίδα τους.  Και τον δάσκαλό τους. Και δείχνουν πως δεν ξεχνάνε τη σημασία που είχε η παρέμβαση και η καθοδήγησή του στη ζωή τους. Μα δεν μπορεί κανείς να φανταστεί με πόση χαρά κάθε φορά ξαναβρισκόμαστε, όποτε κι αν κάτι τέτοιο συμβαίνει, και με πόση χαρά γνωρίζουμε και τις οικογένειες που έχουνε ωστόσο δημιουργήσει. Και για τούτο το αποτέλεσμα, ποτέ δεν αρκεί μονάχα η φιλοδοξία τους, ούτε του δασκάλου, ούτε του νέου. Χρειάζεται και δουλειά και μαζί χρειάζεται και η πνευματική ικανότητα και δύναμη.

Κοντά σαράντα χρόνια, πάνε από τότε που αποφασίσαμε να ζήσουμε μαζί. Να σηκώνουμε μαζί το φορτίο της ζωής, να σαρκώνουμε μαζί τα όνειρα που κάναμε σαν δυο παιδιά ερωτευμένα, και να κρατιόμαστε πάντα από το χέρι, "σαν να μην πέρασε μια μέρα"! Παρόλο που ακόμη και θυμοί κι εγωϊσμοί, κι αμέτρητοι αθώοι και βλακώδεις πειρασμοί "τολμήσανε" να μας χτυπήσουνε την πόρτα και να δοκιμάσουν την αφοσίωσή μας. Αλλά δεν θα το ξέραμε χωρίς αυτούς.

Πέντε-έξι χρόνια πριν από την ευλογία της συγκλήρωσης παντός του βίου μας, είχαμε παραδοθεί ο ένας στη ματιά του άλλου. Κι είναι μυστήριο πώς ένας νέος, παρορμητικός, ενθουσιώδης, τολμηρός, ονειροπόλος και ρομαντικός, πολεμιστής, πείσμων, επίμονος και τόοοσα άλλα, βρήκε στην υπομονή, και στα τόσα ελαττώματά μου, τόση πίστη ώστε να μου αφιερώσει τη ζωή του, έτσι όπως κι εγώ του αφιέρωσα τη δική μου. Τώρα ξέρω.

Και τώρα εδώ, σήμερα, πίσω από ένα παράθυρο, βλέποντας την ψιλοβροχή, τον περιμένω να ρθεί. Όπως ήρθε εκείνη την απριλιάτικη νύχτα, που μου χτύπησε την πόρτα στις τρεις τα χαράματα. Εκείνος -στο εξοχικό της μητέρας του τότε- πάλευε με τα ερωτήματα της επιστήμης, μοναχός, μακριά από το μικρό σπίτι και τις οικογενειακές μας φασαρίες. Κι εκεί, μές στη νύχτα, που βγήκε να πάρει μιαν ανάσα, τον πλημμυρίσανε οι ευωδιές της άνοιξης από τ΄ανθισμένα τα φιόρα της μάνας του. Αγιόκλημα και γιασεμί και πασχαλιές! Έκοψε μια αγκαλιά λουλούδια, μπήκε στο μικρό ντεσεβω κι έφτασε στην πόρτα μου στην Αθήνα. Διακριτικά, για να μην ανησυχήσει τα μωρά, μου χτύπησε την πόρτα, κι εγώ τον άκουσα. Με πόση χαρά -κι ανησυχία μαζί- τον είδα! Μα με αφόπλισε κοιτάζοντάς με: "Βγήκα να πάρω αέρα, και με πλημμύρισε η άνοιξη!" μου είπε, "κι έκοψα και σού'φερα λουλούδια, για να χαρείς κι εσύ, που είσαι εδώ κλεισμένη με τα μωρά!" Μοιραστήκαμε τη χαρά, ήπιαμε παρέα και έναν καφέ, και ξαναπήρε το δρόμο του γυρισμού στο έργο του. Στο έργο που εκείνο τον καιρό απαιτούσε από αυτόν ολοκληρωτική αφοσίωση.

Ω! ετούτα τα λουλούδια, ποτές μου δεν τα ξέχασα, ούτε το άρωμά τους, ούτε την ομορφιά τους. Γιατί τα στόλιζε ένα απέραντο χαμόγελο, κι αυτή η δωρεά της μοιρασμένης χαράς και της ολοκληρωτικής αφοσίωσης.

Κι όλα τούτα δεν τα λέω για να μιλήσω με έπαρση για μεγάλους έρωτες, μα για τη σημασία της αγάπης. Που γίνεται κραταιά, όταν δεν στηρίζεται στα όσα [χειροπιαστά και μετρημένα, εδώ και τώρα] παίρνει ο καθένας από τον άλλο, αλλά στο ό,τι ο καθένας ελευθέρως, αγογγύστως και ευχαρίστως επιθυμεί να/και προσφέρει. Γιατί η αγάπη και η αρμονική συζυγία είναι μυστήριο, και το συναπάντημά μας μαζί τους, γίνεται με πολύ -και πηγαίο- κόπο και απόλυτη πίστη. Και χωρίς αυτά δεν γίνεται να υπάρξει, ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Πολύ περισσότερο, και τα δυο μαζί.

Χωρίς αυτά, δηλαδή τον μεγάλο κόπο και την απόλυτη πίστη σε αυτό που θέλουμε, και που δεν θα αδικήσει κανέναν τρίτον, ούτε η ίδια η ζωή [που είναι δράση, ματαιότης, ελπίδα, τόλμη, πίστη, αναζήτηση, ευχαρίστηση αλλά και απόγνωση, απελπισία, και τόσα άλλα], δεν μπορεί να υπάρξει. Γιατί, πώς θα βρει ο άνθρωπος την ειρήνη στην ψυχή του, που τόσο την αποζητάει, εάν διαρκώς εγκαθιστά μέσα του άρνηση και διαμάχη;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου